Αλιεύσαμε στο διαδίκτυο ένα τρυφερό video μάθημα ενσυναίσθησης που θέλουμε να μοιραστούμε μαζί σας. Σε ένα αγώνα ποδοσφαίρου ένας πιτσιρικάς «κλέβει» την μπάλα αντίπαλης παίκτριας . Εκείνη στεναχωριέται και απομονώνεται από το παιχνίδι.
Ο λιλιπούτειος αθλητής αφήνει στην άκρη στην αντιπαλότητα και σπεύδει να την αγκαλιάσει και να την δείξει πως δεν έχουν τίποτα να τους χωρίζει. Ένα μάθημα ενσυναίσθησης όπως μόνο τα παιδιά ξέρουν να μας δίνουν.
Μπορείτε να δείτε το τρυφερό video εδώ
Πώς αναπτύσσεται η ενσυναίσθηση;
Η ενσυναίσθηση επιτρέπει στα παιδιά να είναι κοινωνικά και να αποφεύγουν τη σκληρότητα, ενώ τα βγάζει από τον προσωπικό τους μικρόκοσμο. Όταν αισθάνονται ενσυναίσθηση, μπορούν να συνδεθούν με πιο βαθύ και ουσιαστικό τρόπο.
Στην πραγματικότητα, τα παιδιά έχουν μια έμφυτη ικανότητα για ενσυναίσθηση η οποία χρειάζεται καλλιέργεια. Είναι σαν ένα ντεπόζιτο που χρειάζεται γέμισμα. Με μια ακονισμένη ενσυναίσθηση, ένα παιδί αναγνωρίζει τι πραγματικά νιώθει ένα άλλο άτομο, και μπορεί να εκφράσει τον εαυτό του με έναν τρόπο που επιτρέπει σε όλο τον εαυτό του να αναγνωριστεί
Η ενσυναίσθηση δεν εμφανίζεται ξαφνικά στα παιδιά όταν γίνουν έξι ή δεκατριών χρόνων. Αντιθέτως, ίχνη εμφανίζονται από νωρίς. Από τη βρεφική ηλικία και μετά, πολλά μωρά κλαψουρίζουν όταν ακούν ένα άλλο μωρό να κλαίει· μιλάμε για ένα «ιογενές κλάμα» το οποίο είναι μεταδοτικό. Ήδη συναισθάνονται τον πόνο κάποιου άλλου. Η αλλαγή οπτικής επίσης εμφανίζεται νωρίς, αλλά δεν γεννιέται με την μία. Για παράδειγμα, παιδιά μεταξύ ενός και δύο ετών ξεκινούν να δείχνουν σημάδια ανησυχίας για τους άλλους, ιδιαίτερα για αυτούς που τα φροντίζουν και για άλλα βρέφη που πονάνε. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι περίπου την ίδια εποχή βελτιώνεται η ικανότητά τους να φαντάζονται και να χρησιμοποιούν σύμβολα και αρχίζουν να ξεχωρίζουν τους άλλους από τον εαυτό τους. , Μέχρι τους δεκαέξι μήνες, τα παιδιά συχνά παρηγορούν τους άλλους με στοιχειώδεις τρόπους, όπως το να προσφέρουν αγκαλιές και να λένε «δεν πειράζει».
Καθώς μεγαλώνουν, τα παιδιά βελτιώνονται στην κατανόηση των συναισθημάτων, η οποία είναι σημαντικό μέρος της ενσυναίσθησης. Ήδη πολλά παιδιά του νηπιαγωγείου μπορούν να συμμερίζονται τα συναισθήματα ενός φανταστικού ήρωα. Γενικά, τείνουν να αναγνωρίζουν συναισθήματα –για παράδειγμα να δουν ότι κάποιος είναι χαρούμενος– προτού να μπορούν να τα περιγράψουν. Οι ευρύτερες κατηγορίες εμφανίζονται πριν από τις μικρές λεπτομέρειες. Τα νεαρά παιδιά έχουν μια περιορισμένη συναισθηματική παλέτα˙ για παράδειγμα είναι θυμωμένα, χαρούμενα, ή στενοχωρημένα. Η ικανότητά τους να κατανοήσουν και να μιλήσουν για «ανάμεικτα συναισθήματα» –για παράδειγμα, έναν συνδυασμό χαράς και νευρικότητας– αναπτύσσεται αργότερα. Πολλά τρίχρονα μπορούν να συνδέσουν συναισθήματα και επιθυμίες· για παράδειγμα προβλέπουν ότι ένα μικρό παιδί θα ενθουσιαστεί αν του πάρουν ένα μπαλόνι. Ανάμεσα στα τέσσερα και στα πέντε, πολλά παιδιά αρχίζουν να μπορούν να δουν την οπτική ενός άλλου ατόμου. Αναγνωρίζουν ότι κάποιος μπορεί να πιστεύει κάτι το οποίο δεν ισχύει. «Νομίζει ότι θα πάμε στην παραλία» μπορεί να πει η κόρη σας για τη φίλη της για την οποία θα κάνετε ένα πάρτι έκπληξη. Το παιδί σας βλέπει ότι η φίλη της δεν ξέρει αυτό που ξέρουν όσοι θα πάνε στο πάρτι.
Μεταξύ επτά και οκτώ ετών, τα παιδιά αναγνωρίζουν πιο εύκολα συναισθήματα αλλά τείνουν να βγάζουν συμπεράσματα ανάλογα με το πώς νιώθουν εκείνα. Για παράδειγμα, αν εκείνα θα ένιωθαν άσχημα αν έχαναν μια σχολική εκδρομή, υποθέτουν ότι ο φίλος τους θα ένιωθε το ίδιο. Αργότερα, καταλαβαίνουν καλύτερα πώς μπορεί να νιώθει ένας χαρακτήρας σε ένα βιβλίο, ανάλογα με το τι κάνει και το τι λέει. Με αυτά τα θεμέλια, τα παιδιά καταλαβαίνουν πολύ ευκολότερα τη λογοτεχνία. Για παράδειγμα, γιατί ένας χαρακτήρας κρύβεται στα παρασκήνια σε έναν διαγωνισμό ταλέντων; Μπορεί να φταίει που είναι ντροπαλός ή δεν θέλει να παρουσιάσει το νούμερό του. Ή ίσως είναι επειδή δεν έχει εξασκηθεί αρκετά. Όταν τα παιδιά μιλάνε για αυτές τις θεωρίες, οικοδομούν την κατανόησή τους για το πώς σκέφτονται και νιώθουν οι άλλοι.
Καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν, μαθαίνουν επίσης να θέτουν αμφίδρομες ερωτήσεις, στις οποίες και τα δύο μέρη ρωτούν και απαντούν. Εάν ρωτήσω «Πώς πέρασες το Σαββατοκύριακο;» μπορεί να μου πείτε και μετά να ρωτήσετε «Εσύ πώς τα πέρασες;». Αναζητώ αυτή την ικανότητα, ειδικά όταν αξιολογώ ένα παιδί του γυμνασίου ή του λυκείου, καθώς δείχνει ότι τα παιδιά καταλαβαίνουν ότι δεν είναι όλοι ίδιοι με εκείνα. Το ίδιο ισχύει και για να καταλάβουν ότι ο κόσμος δεν περιστρέφεται γύρω από εκείνα. Αυτές οι ικανότητες αναπτύσσονται με τον καιρό, συχνά με δυσκολία. «Τι λέτε για εμένα;» άκουσα ένα επτάχρονο να ρωτάει τους γονείς του, οι οποίοι μιλούσαν για λογιστικά θέματα. Αυτά τα παιδιά χρειάζονται βοήθεια για να καταλάβουν πόσα πολλά πράγματα δεν τα αφορούν.
Παρόλα αυτά, ακόμα και όλη η γνώση για την ανάπτυξη των παιδιών δεν θα σας επιτρέψει να κατανοήσετε πλήρως το δικό σας παιδί. Η εμπειρία μου μού έχει δείξει ότι η ανάπτυξη της ενσυναίσθησης είναι πιο περίπλοκη. Εξαρτάται εν μέρει από την ιδιοσυγκρασία ενός παιδιού καθώς και από τους ανθρώπους γύρω του. Δεν αρκεί να ξέρουμε την ηλικία ή το στάδιο ανάπτυξης ενός παιδιού για να καταλάβουμε το επίπεδο της ενσυναίσθησής του. Χρειάζονται πολύ περισσότερα πράγματα.
*Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο Η τέχνη του να μιλάμε με τα παιδιά μας της Rebecca Rolland, EdD.








