Όλοι οι νέοι γονείς έχουν βρεθεί κάποια στιγμή μπροστά σε ένα μωρό που κλαίει ασταμάτητα, δοκιμάζοντας κάθε πιθανό τρόπο παρηγοριάς. Μια νέα επιστημονική μελέτη από τη Σουηδία έρχεται να ρίξει φως σε ένα ερώτημα που απασχολεί πολλές οικογένειες: γιατί κάποια μωρά κλαίνε πολύ περισσότερο από άλλα;
Η έρευνα, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό JCPP Advances, δείχνει ότι η γενετική προδιάθεση παίζει καθοριστικό ρόλο στη διάρκεια και τη συχνότητα του κλάματος κατά τους πρώτους μήνες ζωής.
Τι έδειξε η μελέτη
Οι ερευνητές ανέλυσαν απαντήσεις από σχεδόν 1.000 γονείς διδύμων, τόσο μονοζυγωτικών όσο και διζυγωτικών, όταν τα μωρά ήταν 2 και 5 μηνών. Η μελέτη σε δίδυμα επιτρέπει τον διαχωρισμό των γενετικών παραγόντων από το κοινό οικογενειακό περιβάλλον, καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν υπό παρόμοιες συνθήκες.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι:
Στην ηλικία των 2 μηνών, η γενετική εξηγεί περίπου το 50% της διάρκειας του κλάματος και της δυσκολίας στο να ηρεμήσει το μωρό. Στους 5 μήνες, το ποσοστό αυτό αυξάνεται και μπορεί να φτάσει έως και το 70%. Με απλά λόγια, κάποια μωρά είναι βιολογικά πιο «ευαίσθητα» και εκφράζονται περισσότερο μέσω του κλάματος.
Οι ειδικοί τονίζουν ότι τα ευρήματα αυτά μπορούν να λειτουργήσουν ανακουφιστικά για τους γονείς. Το αυξημένο κλάμα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάτι γίνεται λάθος ή ότι ο γονιός δεν ανταποκρίνεται σωστά.
Κάθε μωρό γεννιέται με διαφορετικό νευρολογικό και συναισθηματικό «εξοπλισμό». Η κατανόηση αυτής της διαφορετικότητας μπορεί να μειώσει τις ενοχές, τις συγκρίσεις και την πίεση που συχνά νιώθουν οι νέοι γονείς.
Το κλάμα αλλάζει καθώς το μωρό μεγαλώνει
Κατά τους πρώτους μήνες ζωής, το κλάμα είναι κυρίως αντανακλαστικό και νευρολογικά καθοδηγούμενο. Το μωρό δεν κλαίει «σκόπιμα», αλλά ως τρόπο αντίδρασης στον κόσμο γύρω του. Καθώς πλησιάζει τους 6–9 μήνες, το κλάμα αρχίζει να αποκτά και επικοινωνιακό χαρακτήρα. Το παιδί συνδέει το κλάμα με την ανταπόκριση του περιβάλλοντος και μαθαίνει ότι μπορεί να επηρεάσει όσα συμβαίνουν γύρω του. Σε αυτό το στάδιο, εκτός από τα γονίδια, μεγαλύτερο ρόλο παίζουν το περιβάλλον, η ρουτίνα και η συναισθηματική αλληλεπίδραση.

Πώς μπορούν να βοηθήσουν οι γονείς
Παρότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη γενετική προδιάθεση, υπάρχουν τρόποι να στηρίξουμε ένα μωρό που κλαίει συχνά:
- Δημιουργία ήρεμου περιβάλλοντος με χαμηλό φωτισμό και ήπιους ήχους
- Σταθερή καθημερινή ρουτίνα
- Αγκαλιά, επαφή δέρμα με δέρμα και απαλό λίκνισμα
- Παρατήρηση μοτίβων (πείνα, υπερδιέγερση, κούραση)
- Φροντίδα και της ψυχικής κατάστασης του γονέα, καθώς τα μωρά «διαβάζουν» το άγχος
Πότε το κλάμα χρειάζεται διερεύνηση
Αν και το κλάμα είναι φυσιολογικό, υπάρχουν περιπτώσεις όπου αποτελεί ένδειξη προβλήματος. Όταν συνοδεύεται από συμπτώματα όπως πυρετός, λήθαργος, κακή σίτιση ή επίμονο, ακατάπαυστο κλάμα, είναι απαραίτητη η άμεση επικοινωνία με παιδίατρο. Οι ειδικοί επισημαίνουν επίσης ότι αν ένας γονέας αισθάνεται πως έχει φτάσει στα όριά του, η αναζήτηση βοήθειας είναι ένδειξη φροντίδας, όχι αδυναμίας.
Η νέα μελέτη υπενθυμίζει κάτι βαθιά ανθρώπινο: τα μωρά δεν είναι ίδια — και δεν χρειάζεται να είναι. Το κλάμα, σε μεγάλο βαθμό, είναι μέρος της ιδιοσυγκρασίας τους. Η γνώση αυτή μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για περισσότερη κατανόηση, υπομονή και συμπόνια — τόσο προς τα παιδιά όσο και προς τους ίδιους τους γονείς.
Σχολείο Για γονείς: Το δώρο στον εαυτό σου για να γίνεις καλύτερος γονιός για τα παιδιά σου

Τα online μαθήματα σε καθοδηγούν βήμα-βήμα στο τι να κάνεις και τι να πεις κατά τη διάρκεια ξεσπασμάτων και συγκρούσεων, τόσο στο σπίτι όσο και δημόσια και που θα σε κάνουν να νιώθεις προετοιμασμένος/η, ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές.
Σχολείο για Γονείς – Μόνο με 150€
Ένα ολοκληρωμένο online πρόγραμμα γονεϊκής ενδυνάμωσης, που σε βοηθά:
Να κατανοήσεις καλύτερα το παιδί σου
Να διαχειριστείς συναισθηματικές και επικοινωνιακές προκλήσεις
Να επανεξετάσεις τον ρόλο σου με ενσυναίσθηση και επίγνωση
Θα το βρεις εδώ.



