840 εκατομμύρια, είναι ο σοκαριστικός αριθμός των γυναικών, σε παγκόσμιο επίπεδο, που έχουν υποστεί κάποια στιγμή στη ζωή τους ενδοοικογενειακή ή σεξουαλική βία , σύμφωνα με προ ολίγων ημερών ανακοίνωση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.
Γράφει η Χρυσαυγή Ατσιδάκου, συμβολαιογράφος, διαμεσολαβήτρια και μέλος ΔΣ ΕΡΤ
Ένας αριθμός – γροθιά στο στομάχι που μας υπενθυμίζει ότι βία κατά των γυναικών παραμένει μια από τις πιο επίμονες και επώδυνες κρίσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον κόσμο.
Μόνο τους τελευταίους 12 μήνες, 316 εκατομμύρια γυναίκες – ή το 11% των γυναικών ηλικίας 15 ετών και άνω στον κόσμο- έχουν βιώσει βία από τον σύντροφό τους.
Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Ελληνικής Αστυνομίας, 18.427 περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας καταγράφηκαν μόνο στους πρώτους δέκα μήνες του 2024. Από αυτά, οι 15.571 αφορούσαν γυναίκες-θύματα. Από το 2019 έως το 2024, περισσότερα από 45.000 περιστατικά έχουν καταγραφεί επισήμως, από τα οποία τα 10.000 περίπου έχουν χαρακτηριστεί ως πολύ σοβαρά.
Σημαντικό βέβαια να αναφέρουμε ότι η αύξηση των καταγεγραμμένων περιστατικών δε σημαίνει και αύξηση της βίας, αλλά συνδέεται με την αύξηση των καταγγελιών. Τα τελευταία χρόνια οι γυναίκες μιλούν πολύ περισσότερο σε σχέση με το παρελθόν, γεγονός που οφείλεται και στην ενδυνάμωση των ίδιων των γυναικών αλλά και στο ασφαλέστερο περιβάλλον που έχει δημιουργηθεί λόγω θεσμικών πρωτοβουλιών σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Κάθε φορά που μια γυναίκα σπάει τη σιωπή, δεν σώζει μόνο τον εαυτό της, αλλά ανοίγει τον δρόμο για να σωθούν και οι επόμενες, δίνοντας δύναμη και θάρρος.
Συχνά βέβαια και σήμερα ο φόβος, η οικονομική ή άλλου είδους εξάρτηση, η ντροπή και η ενοχή γίνονται δεσμά πιο σφιχτά κι από τα χέρια του θύτη. Και πίσω από κάθε τραγωδία, κρύβεται μια ιστορία προειδοποιήσεων που δεν ακούστηκαν, μια φωνή που έσβησε πριν φτάσει στα αυτιά κάποιου που θα βοηθούσε. Η βία δεν ξεκινά με χτύπημα. Ξεκινά με έλεγχο, ειρωνεία, απομόνωση και οικονομική εξάρτηση. Με μια φωνή που λέει «μη μιλάς», «μη βγαίνεις», «χωρίς εμένα δεν είσαι τίποτα». Και σταδιακά, μία αδύναμη οικονομικά, συναισθηματικά, ψυχολογικά ή κοινωνικά γυναίκα, το ενστερνίζεται, χάνει την πίστη στον εαυτό της και μπαίνει σε έναν δρόμο υποταγής και θυματοποίησης χωρίς επιστροφή.

Η βία κατά των γυναικών δεν είναι ένα όμως ακόμη ένα «γυναικείο ζήτημα».
Είναι οικογενειακό, κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό, πολιτισμικό και βαθιά πανανθρώπινο. Είναι το φάντασμα που τρυπώνει στα σπίτια, πίσω από κλειστές πόρτες, στα γραφεία, στις οθόνες. Και όσο προσποιούμαστε πως δεν το βλέπουμε, τόσο μεγαλώνει. Η βία κατά των γυναικών και ειδικότερα η ενδοοικογενειακή βία αποτελούν βαθιά ριζωμένα προβλήματα σε πολλές χώρες, με την Ελλάδα να μην αποτελεί εξαίρεση, που τραυματίζουν πολλές φορές ανεπανόρθωτα όχι μόνο τις ίδιες τις γυναίκες, αλλά και τα παιδιά τους.
Η εικόνα σε οικογενειακό επίπεδο είναι σύνθετη με πολλές διαστάσεις: η βία μπορεί συνήθως λαμβάνει χώρα πίσω από κλειστές πόρτες και συχνά συνδυάζεται με οικονομική κρίση, ανεργία, απομόνωση ή εξάρτηση, γεγονότα που εντείνουν το αίσθημα αδυναμίας και ανασφάλειας. Το βασικό θέμα είναι ότι τα παιδιά που μεγαλώνουν σε περιβάλλον βίας επηρεάζονται με πολλούς τρόπους, μετρώντας στη μετέπειτα ενήλικη ζωή τις συνέπειες στη συναισθηματική τους υγεία και στις σχέσεις τους. Το ότι είναι μάρτυρες ή θύματα ενδοοικογενειακής βίας, έχει μακροπρόθεσμες συχνά μη αναστρέψιμες επιπτώσεις. Ακόμα και τα παιδιά που δεν είναι άμεσα θύματα βίας απορροφούν τον τρόμο, τον θυμό, τη σιωπή και συχνά αναπαράγουν επιθετικές συμπεριφορές ως ενήλικες. Η επιστήμη είναι σαφής: ένα παιδί που βλέπει τη μητέρα του να κακοποιείται έχει τις ίδιες ψυχολογικές επιπτώσεις με εκείνο που δέχεται άμεσα τη βία. Το τραγικό των περιστατικών αυτών είναι ότι η οικογένεια, αντί να είναι η ασφαλής αγκαλιά, γίνεται αβάσταχτη κόλαση, από την οποία συχνά δεν υπάρχει απόδραση, καθώς η φρίκη παραμένει καλά κρυμμένη πίσω από κλειστές πόρτες και πολλές φορές κανείς δεν μπορεί να ακούσει, να δει, να σώσει…
Η κρατική μέριμνα αναδεικνύεται καθοριστική όταν προσβλέπουμε σε μετρήσιμα αποτελέσματα και πράγματι τα τελευταία χρόνια, έχουν γίνει στη χώρα μας σημαντικά βήματα, θεσμικά και επιχειρησιακά.
Η Γραμμή SOS 15900 ,που λειτουργεί 24 ώρες το 24ωρο για όλο το χρόνο, τα 44 συμβουλευτικά κέντρα του Δικτύου Δομών της Γενικής Γραμματείας Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, οι 19 ξενώνες στους οποίους φιλοξενούνται κακοποιημένες γυναίκες, η συνεργασία της Γενικής Γραμματείας με τους Δικηγορικούς Συλλόγους της χώρας για την παροχή νομικής δωρεάν βοήθειας προς κάθε κακοποιημένη γυναίκα που απευθύνεται στα Συμβουλευτικά Κέντρα του Δικτύου Δομών η δημιουργία σε αστυνομικά τμήματα ανά τη χώρα γραφείων υποδοχής θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας με εξειδικευμένο και ειδικά καταρτισμένο προσωπικό σε θέματα διαχείρισης περιστατικών βίας, , η διαδικτυακή πύλη metoo.gov.gr. (οι δημόσιες καταγγελίες, η κοινωνική αφύπνιση έχουν δημιουργήσει ένα νέο κύμα συνειδητοποίησης) , το «Pαnic Button» ή «Κουμπί Πανικού», η αξιοποίηση του οριζόντιου Εργαλείου Εκτίμησης Κινδύνου Έμφυλης βίας, ο «Οδηγός Τσέπης για την Έμφυλη Βία», σε συνδυασμό φυσικά με την αυστηροποίηση του νομικού πλαισίου και την θέσπιση νέων προστατευτικών διατάξεων.
Ο δρόμος βέβαια είναι ακόμα μακρύς, για εκείνη την 25η Νοεμβρίου, Παγκόσμια ημέρα για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών, που οι αριθμοί από τις ετήσιες έρευνες θα μας κάνουν να χαμογελάμε και δε θα «κραυγάζουν» για ακόμη πιο δραστικές και άμεσες πρωτοβουλίες.
Και αυτή η ημέρα δεν είναι μια ημέρα μνήμης, αλλά μια ημέρα συνειδητοποίησης ευθύνης. Μια υπενθύμιση ότι κάθε γυναίκα που υψώνει τη φωνή της, κάθε παιδί που γίνεται μάρτυρας στο σπίτι του, κάθε οικογένεια που προσπαθεί να ξαναχτίσει τη ζωή της μετά από μια κακοποιητική εμπειρία, αξίζει κάτι περισσότερο από λόγια, επετειακές δηλώσεις ή συμβολικές πράξεις. Αξίζει ένα κράτος που δρα, μια κοινωνία που αφυπνίζεται και ένα περιβάλλον που δεν ανέχεται τη σιωπή. Η αλλαγή νοοτροπίας απαιτεί χρόνο, επιμονή και συνεχή επαγρύπνηση. Απαιτεί να αμφισβητήσουμε στερεότυπα, να σπάσουμε μηχανισμούς σιωπής και να δημιουργήσουμε ένα περιβάλλον όπου η γυναίκα δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι αξίζει προστασία—γιατί την έχει αυτονόητα. Και αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς την ενεργή συμμετοχή όλων. Πολιτείας, θεσμών, εκπαιδευτικών, επαγγελματιών, οικογενειών, συλλόγων, της ίδιας της κοινωνίας συνολικά.
Κάθε 25η Νοεμβρίου δεν είναι το τέλος της συζήτησης, ο απολογισμός και οι διαπιστώσεις, αλλά η αρχή, η αφορμή για κάθε επόμενη μία μέρα, που «φωνάζει» για δράση. Μέχρι την ημέρα όπου η κακοποίηση δε θα χωρά σε κανένα σπίτι, σε καμία σχέση, σε κανέναν κοινωνικό χώρο. Μέχρι την ημέρα όπου Ελλάδα και Ευρώπη δε θα αντιδρούν εκ των υστέρων, δε θα καταστέλλουν, αλλά θα προλαμβάνουν ολοκληρωτικά. Όπου δε θα μετράμε πια θύματα, αλλά ζωές που προστατεύτηκαν. Πολιτεία και κοινωνία πρέπει να τρέξουν μαζί, καθώς ούτε χρόνος υπάρχει, ούτε άλλη ανοχή ή αντοχή.
Οι μεγαλύτερες προκλήσεις όμως ξέρουμε όλες και όλοι καλά ότι δεν χωρούν σε νόμους, με μεγαλύτερη πρόκληση και μεγαλύτερο καθημερινό στοίχημα κάτι που ακούγεται τόσο απλό, αλλά είναι τόσο δύσκολο στην πράξη: το να αλλάξει η νοοτροπία μας, να απαλλαγούμε από στερεότυπα και ταμπού, το να διαμορφώνουμε τις παιδικές ψυχές με τα σωστά υλικά, ήδη από τα ευαίσθητα, εύπλαστα, καθοριστικά χρόνια ζωής του ανθρώπου για την διαμόρφωση του χαρακτήρα του και του αξιακού του κώδικα. Και όλα αυτά γίνονται πράξη μόνο στις σχολικές αίθουσες, στα υγιή οικογενειακά πλαίσια, στα σωστά ερεθίσματα από κάθε έναν και κάθε μία που βρίσκεται κοντά στα παιδιά και γίνεται ο «καθρέφτης» τους.
Πόσο πιθανό είναι ένα παιδί να γίνει ένας βίαιος ενήλικας, αν, από τα πρώτα χρόνια, του έχει γίνει βίωμα και αρχή ζωής, ότι δύναμη δεν είναι να επιβάλλεσαι, αλλά να προστατεύεις, ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων κάθε ανθρώπου δεν επιβάλλεται από επαπειλούμενες ποινές, αλλά είναι στάση ζωής, ότι η αγάπη ποτέ δεν πονά, ποτέ δεν πληγώνει αλλά πάντα δίνει απλόχερα χαρά, φροντίδα, ασφάλεια, δύναμη, ζεστασιά και ανακούφιση.








