Για πολλά χρόνια, όταν μιλούσαμε για τους πρώτους μήνες της ζωής ενός παιδιού, η συζήτηση περιστρεφόταν σχεδόν αποκλειστικά γύρω από τη μητέρα. Ο μπαμπάς συχνά εμφανιζόταν ως εκείνος που «βοηθά». Που αλλάζει μια πάνα για να ξεκουραστεί η μαμά, αναλαμβάνει το μωρό για λίγο, συμμετέχει όταν μπορεί.
Μόνο που η σύγχρονη έρευνα γύρω από την ανάπτυξη των παιδιών μάς οδηγεί όλο και περισσότερο σε μια διαφορετική εικόνα: Ο πατέρας δεν είναι βοηθητικός ρόλος στη σχέση μητέρας–παιδιού. Έχει τη δική του, ξεχωριστή σχέση με το παιδί.
Από τους πρώτους μήνες μέχρι τα 5 χρόνια
Ερευνητές παρατήρησαν τις αλληλεπιδράσεις πατέρα–παιδιού όταν τα παιδιά ήταν περίπου 6 έως 12 μηνών και αξιολόγησαν αυτό που στην αναπτυξιακή ψυχολογία ονομάζεται paternal sensitivity – πατρική ευαισθησία. Χρόνια αργότερα, όταν τα παιδιά έφτασαν περίπου στα 5, αξιολογήθηκαν οι γνωστικές και συμπεριφορικές τους δεξιότητες. Το αποτέλεσμα ήταν ότι μεγαλύτερη πατρική ευαισθησία κατά τη βρεφική ηλικία συνδέθηκε με υψηλότερες γνωστικές επιδόσεις στην ηλικία των 5 ετών.
Η σχέση αυτή παρέμεινε ακόμη και όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη παράγοντες όπως το φύλο του παιδιού, η ηλικία, η πολλαπλή κύηση, το αν είχε γεννηθεί μικρό για την ηλικία κύησης και η εκπαίδευση της μητέρας. Η μελέτη δεν αποδεικνύει ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά του πατέρα προκαλεί καλύτερη γνωστική ανάπτυξη. Δείχνει όμως μια ενδιαφέρουσα και σημαντική συσχέτιση.
Τι σημαίνει όμως «ευαίσθητος μπαμπάς»;
Δεν σημαίνει ένας μπαμπάς που δεν βάζει όρια. Ούτε ένας μπαμπάς που βρίσκεται διαρκώς πάνω από το παιδί. Η γονεϊκή ευαισθησία αφορά την ικανότητα του γονιού να παρατηρεί τα σήματα του παιδιού, να προσπαθεί να καταλάβει τι χρειάζεται και να ανταποκρίνεται με τρόπο κατάλληλο και έγκαιρο. Όταν για παράδειγμα το μωρό κοιτάζει κάτι και ο μπαμπάς ακολουθεί το βλέμμα του. Όταν προσπαθεί να πιάσει ένα παιχνίδι και εκείνος το ενθαρρύνει χωρίς να κάνει τα πάντα για λογαριασμό του. Όταν το παιδί δυσκολεύεται και ο γονιός προσφέρει τόση βοήθεια όση χρειάζεται – όχι περισσότερη. Αυτές οι καθημερινές στιγμές μπορεί να μοιάζουν μικρές. Είναι όμως μέσα από αυτές που χτίζεται η σχέση.
Γιατί έχει ιδιαίτερη σημασία στα πρόωρα παιδιά
Τα παιδιά που γεννιούνται πρόωρα αντιμετωπίζουν, ως ομάδα, αυξημένο κίνδυνο για ορισμένες νευροαναπτυξιακές δυσκολίες. Γι’ αυτό και μεγάλο μέρος της έρευνας και των πρώιμων παρεμβάσεων έχει εστιάσει δικαιολογημένα στη σχέση μητέρας–βρέφους. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα προγράμματα πρώιμης παρέμβασης χρειάζεται να εντάσσουν ενεργά και τους πατέρες. Όχι ως συνοδούς, βοηθούς, παρατηρητές, αλλά ως ανθρώπους που έχουν τη δική τους επίδραση στο αναπτυξιακό περιβάλλον του παιδιού.
Δεν χρειάζεται να μεγαλώνουμε τα παιδιά με τον ίδιο τρόπο
Υπάρχει και κάτι ακόμη όμορφο σε αυτή τη συζήτηση. Η συμμετοχή του πατέρα δεν σημαίνει ότι πρέπει να αλληλεπιδρά με το παιδί ακριβώς όπως η μητέρα. Το παιχνίδι, η εξερεύνηση, η ενθάρρυνση για επίλυση ενός προβλήματος, ακόμη και ο διαφορετικός τρόπος με τον οποίο δύο γονείς επικοινωνούν, μπορούν να προσφέρουν στο παιδί διαφορετικές εμπειρίες. Είναι να υπάρχουν διαθέσιμοι γονείς που μπορούν να δουν το παιδί, να ανταποκριθούν σε αυτό και να χτίσουν ο καθένας τη δική του σχέση μαζί του.
Ο μπαμπάς δεν «κρατάει το μωρό για να κάνει κάτι η μαμά». Δεν «βοηθάει με τα παιδιά». Είναι γονιός. Και η σχέση που χτίζει με το παιδί από τους πρώτους μήνες της ζωής του έχει τη δική της αξία.



