Νέα επιστημονική έρευνα, με επικεφαλής τον Έλληνα νεογνολόγο Παναγιώτη Κρατημένο, αποκαλύπτει ότι η πρόωρη γέννηση μπορεί να διακόψει κρίσιμες διαδικασίες ωρίμανσης του εγκεφάλου, επηρεάζοντας την ανάπτυξη των παιδιών στην κίνηση, τον λόγο και τη μάθηση.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του Πανεπιστημίου George Washington και του παιδιατρικού νοσοκομείου Children’s National στην Ουάσινγκτον και δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Science».
Η έρευνα επιχειρεί να εξηγήσει γιατί αρκετά παιδιά που γεννιούνται πρόωρα εμφανίζουν αναπτυξιακές δυσκολίες, ακόμη και όταν οι απεικονιστικές εξετάσεις του εγκεφάλου τους δεν καταγράφουν εμφανείς βλάβες. Οι επιστήμονες εστίασαν σε κυτταρικές και γονιδιακές μεταβολές, οι οποίες δεν είναι δυνατόν να εντοπιστούν με τις συνήθεις απεικονιστικές μεθόδους.
Στο επίκεντρο η παρεγκεφαλίδα
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην παρεγκεφαλίδα, γνωστή και ως «μικρός εγκέφαλος», η οποία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο όχι μόνο στον συντονισμό των κινήσεων, αλλά και στη γνωστική λειτουργία, τα συναισθήματα και την ψυχική υγεία.
Κατά την περίοδο από την 24η έως την 40ή εβδομάδα της κύησης, η παρεγκεφαλίδα πενταπλασιάζει το μέγεθός της, ενώ οι νευρώνες της αναπτύσσουν και οργανώνουν τις μεταξύ τους συνδέσεις. Στα πρόωρα βρέφη, σημαντικό μέρος αυτής της κρίσιμης αναπτυξιακής διαδικασίας πραγματοποιείται εκτός της μήτρας.
Για τη μελέτη του φαινομένου, οι ερευνητές συνδύασαν δεδομένα από απεικονιστικές εξετάσεις και αναπτυξιακή παρακολούθηση ζώντων βρεφών, τόσο πρόωρων όσο και τελειόμηνων, με ιστολογικές αναλύσεις ανθρώπινου εγκεφαλικού ιστού. Παράλληλα, αξιοποίησαν τη χωρική μεταγραφομική, μια εξειδικευμένη τεχνική που επιτρέπει την καταγραφή της δραστηριότητας των γονιδίων σε διαφορετικές περιοχές του ιστού.
Τα ευρήματα έδειξαν ότι, μετά την πρόωρη γέννηση, η παρεγκεφαλίδα εξακολουθεί να αυξάνεται σε μέγεθος, ωστόσο ορισμένοι βασικοί κυτταρικοί πληθυσμοί δεν ωριμάζουν με τον ίδιο τρόπο όπως στα βρέφη που γεννιούνται τελειόμηνα. Οι επιστήμονες εντόπισαν συγκεκριμένες ομάδες γονιδίων που λειτουργούν ως «κυτταρικοί διακόπτες», ρυθμίζοντας την ανάπτυξη των νευρώνων και τον σχηματισμό των συνάψεων, δηλαδή των συνδέσεων μέσω των οποίων επικοινωνούν τα νευρικά κύτταρα.
Το αποτύπωμα της προωρότητας στην ανάπτυξη
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι οι μοριακές αυτές διαφορές παρέμεναν ανιχνεύσιμες ακόμη και όταν τα πρόωρα βρέφη έφταναν στην ηλικία που αντιστοιχεί σε τελειόμηνη κύηση. Με άλλα λόγια, η συμπλήρωση των εβδομάδων που απέμεναν μέχρι την αναμενόμενη ημερομηνία τοκετού δεν αρκούσε για να εξισωθεί η κυτταρική ωρίμανση του εγκεφάλου τους με εκείνη των παιδιών που γεννήθηκαν τελειόμηνα.
Οι διαφορές αποτυπώθηκαν και σε ανατομικό επίπεδο. Σύμφωνα με τη μελέτη, κάθε εβδομάδα μικρότερης ηλικίας κύησης κατά τη γέννηση συνδεόταν με περίπου 230 κυβικά χιλιοστά μικρότερο όγκο παρεγκεφαλίδας, όταν τα βρέφη έφταναν στην ηλικία τελειόμηνης κύησης.
Παράλληλα, κατά την αναπτυξιακή παρακολούθηση των παιδιών, από την ηλικία των εννέα έως τους 36 μήνες, ο μικρότερος όγκος της παρεγκεφαλίδας συσχετίστηκε με καθυστερήσεις στην κινητική ανάπτυξη, τον λόγο και τις γνωστικές δεξιότητες.
Όπως εξηγεί ο ερευνητής Γεώργιος Σανίδας, η εβδομάδα κύησης κατά την οποία γεννιέται ένα παιδί αφήνει ένα διαρκές αποτύπωμα τόσο στην κυτταρική ωρίμανση όσο και στην ανάπτυξη του εγκεφάλου.
Ο ρόλος της νοσηλείας και των περιγεννητικών παραγόντων
Η ηλικία κύησης κατά τη γέννηση δεν αποτελεί τον μοναδικό παράγοντα που επηρεάζει την ανάπτυξη της παρεγκεφαλίδας. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν επίσης η κλινική πορεία του βρέφους στη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών, οι συνοδές παθήσεις, οι παράμετροι της ιατρικής φροντίδας και άλλοι περιγεννητικοί παράγοντες.
Παραμένει, ωστόσο, ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσο οι συγκεκριμένες αλλαγές επιμένουν μακροπρόθεσμα. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι τα νέα ευρήματα μπορούν να συμβάλουν στον εντοπισμό του κατάλληλου χρόνου και των στόχων για μελλοντικές θεραπευτικές παρεμβάσεις.
Ελπίδες για εξατομικευμένες παρεμβάσεις
Η αναγνώριση των βιολογικών μηχανισμών που επηρεάζουν την ωρίμανση του εγκεφάλου δημιουργεί νέες προοπτικές για την ανάπτυξη παρεμβάσεων που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν τα πρόωρα βρέφη κατά τα κρίσιμα στάδια της ανάπτυξής τους.
Όπως επισημαίνει ο Παναγιώτης Κρατημένος, τα αποτελέσματα της έρευνας αναδεικνύουν τη δυνατότητα παρέμβασης στους κυτταρικούς μηχανισμούς και στο βιολογικό ρολόι που ρυθμίζουν την ωρίμανση του εγκεφάλου, τόσο με φαρμακευτικές όσο και με μη φαρμακευτικές μεθόδους.
Ήδη, η ερευνητική ομάδα πραγματοποιεί νέες μελέτες σε ζωικά μοντέλα, δοκιμάζοντας διαφορετικές παρεμβάσεις σε διαφορετικές κατηγορίες πρόωρων νεογνών.
Κεντρικός στόχος, σύμφωνα με τον Έλληνα επιστήμονα, είναι η εξατομίκευση της φροντίδας, ώστε κάθε παρέμβαση να προσαρμόζεται στις ανάγκες του κάθε βρέφους και να εφαρμόζεται στον χρόνο που μπορεί να προσφέρει το μεγαλύτερο όφελος.



