Υπάρχει μια περίοδος στη γονεϊκότητα για την οποία μιλάμε πολύ λιγότερο. Αυτή που το παιδί δεν είναι πια μικρό. Δεν χρειάζεται να του κρατήσεις το χέρι για να περάσει τον δρόμο. Δεν αποφασίζεις με ποιον θα κάνει παρέα. Δεν μπορείς να του πεις τι θα σπουδάσει, ποιον θα ερωτευτεί ή ποια επιλογή πρέπει να κάνει.
Είναι όμως και η περίοδος που δεν έχει φύγει πραγματικά από τη ζωή σου. Είναι 17. Ή 18. Ή 19. Και εσύ πρέπει να μάθεις κάτι που μπορεί να είναι πολύ πιο δύσκολο από όσο φανταζόσουν: να παραμένεις γονιός χωρίς να είσαι πια γονιός με τον ίδιο τρόπο.
«Πρέπει να αφήσεις»
Οι επιστήμονες το ονομάζουν «a process of detachment – you need to let go»: μια διαδικασία αποδέσμευσης, στην οποία ο γονιός χρειάζεται σταδιακά να αφήσει το παιδί. Όχι να απομακρυνθεί συναισθηματικά, αλλά να αφήσει περισσότερο χώρο. Είναι θα έλεγα, η προσπάθειά μας να ισορροπήσουμε ανάμεσα στην ελευθερία, την ευθύνη και στην καθοδήγηση όταν αυτή εξακολουθεί να είναι απαραίτητη.
Και αυτό μπορεί να είναι δύσκολο. Γιατί για σχεδόν δύο δεκαετίες, ο ρόλος μας ήταν να προστατεύουμε. Να προλαβαίνουμε τον κίνδυνο και να συμβουλεύουμε. Να λύνουμε, να γνωρίζουμε. Και ξαφνικά πρέπει να μπορούμε να βλέπουμε το παιδί μας να παίρνει μια απόφαση με την οποία ίσως δεν συμφωνούμε.
Και αναρωτιόμαστε: Να μιλήσω; Να το αφήσω; Να παρέμβω; Με χρειάζεται ή το πιέζω;
Το παράδοξο της ενηλικίωσης
Σε μελέτες που συμμετείχαν γονείς με παιδιά σε αυτή την ηλικία, περιέγραψαν αυτή την περίοδο ως απαιτητική αλλά ταυτόχρονα γεμάτη χαρά. Έβλεπαν τα παιδιά τους να γίνονται περισσότερο ανεξάρτητα και ώριμα, να σκέφτονται βαθύτερα και να εξελίσσονται σε νέους ενήλικες. Παράλληλα, όμως, έπρεπε να αντιμετωπίσουν το γεγονός ότι αυτά τα παιδιά έκαναν πλέον τις δικές τους επιλογές. Και αυτό είναι ίσως ένα από τα μεγαλύτερα developmental tasks όχι μόνο για τον έφηβο, αλλά και για τον γονιό, να μαθαίνει δηλαδή πώς μπορεί να είναι δίπλα στο παιδί χωρίς να αποφασίζει για αυτό».
Η αγωνία δεν εξαφανίζεται στα 18
Το ότι ένα παιδί γίνεται 18 δεν ενεργοποιεί κάποιο μαγικό κουμπί στον γονεϊκό εγκέφαλο που λέει: «Τώρα σταμάτα να ανησυχείς». Θα έλεγα ότι αυτή να είναι μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις αυτής της περιόδου. Όταν το παιδί είναι μικρό, έχουμε πολύ μεγάλο έλεγχο στο περιβάλλον του. Καθώς πλησιάζει στην ενηλικίωση, ο έλεγχος μειώνεται. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μειώνεται και η έννοια μας, η ανησυχία μας, η αγωνία μας.
Τι σημαίνει «είμαι δίπλα σου» στα 18;
Μπορεί να σημαίνει: «Θες να σου πω τι σκέφτομαι ή θέλεις απλώς να σε ακούσω;» αντί για: «Άκου τι πρέπει να κάνεις». Μπορεί να σημαίνει: «Εμπιστεύομαι ότι θα το σκεφτείς». Μπορεί να σημαίνει να επιτρέψουμε μια επιλογή που δεν θα κάναμε εμείς. Και κάποιες φορές μπορεί να σημαίνει να είμαστε εκεί όταν αυτή η επιλογή δεν πάει καλά — χωρίς το “σου τα έλεγα εγώ”.
Αλλά χρειάζονται ακόμη όρια;
Φυσικά. Η αυτονομία δεν σημαίνει απουσία ορίων, ιδιαίτερα όταν ένας 16χρονος ή 17χρονος εξακολουθεί να ζει μέσα στην οικογένεια. Το θέμα είναι ότι εμείς οι γονείς στην ύστερη εφηβεία καλούμαστε να ισορροπήσουμε ελευθερία, όρια και επαρκή υποστήριξη. Αλλά προφανώς τα όρια αλλάζουν. Δεν είναι «Εγώ αποφασίζω επειδή είμαι ο γονιός». Χρειάζονται περισσότερο διάλογο, διαπραγμάτευση, ευθύνη και εμπιστοσύνη.
Ίσως τελικά σιγά σιγά πρέπει να αλλάξει και η ερώτηση
Όταν τα παιδιά είναι μικρά, συχνά αναρωτιόμαστε: «Πώς θα το προστατεύσω;» Στην εφηβεία και στην ενηλικίωση ίσως χρειάζεται σταδιακά να αναρωτηθούμε: «Πώς θα το βοηθήσω να μάθει να προστατεύει τον εαυτό του;» και «Πώς θα το βοηθήσω να μάθει να παίρνει τις δικές του αποφάσεις;»
Καταλήγω λοιπόν ότι…
Η γονεϊκότητα δεν τελειώνει. Μεταμορφώνεται.
Η αγάπη δεν εκφράζεται πια μόνο με το να κρατάς, αλλά κυρίως με το να αφήνεις. Να αφήνεις το παιδί να δοκιμάσει, να επιλέγει, να κάνει λάθη, να διορθώνει. Να ανακαλύψει ποιος είναι έξω από εμάς. Να παραμένεις το ασφαλές μέρος στο οποίο μπορεί να επιστρέψει, χωρίς να εμποδίζεις το παιδί σου να φύγει. Για μένα αυτό είναι πολύ σημαντικό να το θυμούνται πάντα τα παιδιά μου… ότι μπορούν πάντα να επιστρέφουν σε εμάς.
Με αγάπη,
Εύη (φρεσκο-μαμά δύο ενήλικων παιδιών)



