«Θέλεις να μου πεις τι είναι αυτό που σε φοβίζει περισσότερο;» – Μια απλή ερώτηση μπορεί να βοηθήσει το παιδί να μιλήσει για όσα νιώθει και να καταλάβει καλύτερα το άγχος του.
Η επιστροφή στο σχολείο δεν είναι πάντα εύκολη για όλα τα παιδιά. Για κάποια αποτελεί μια ευχάριστη αλλαγή, γεμάτη νέες συναντήσεις, παιχνίδι και δραστηριότητες. Για άλλα, όμως, μπορεί να συνοδεύεται από άγχος, ανασφάλεια και φόβο. Νέος δάσκαλος, καινούργια τάξη, περισσότερες απαιτήσεις, σχέσεις με συμμαθητές, διαγωνίσματα ή ακόμη και ο φόβος μήπως κάνει κάποιο λάθος μπορούν να δημιουργήσουν ένταση στο παιδί.
Και πολλές φορές το παιδί δεν μπορεί να εξηγήσει ακριβώς τι του συμβαίνει.
Μπορεί απλώς να πει:
«Δεν θέλω να πάω σχολείο».
Ή:
«Φοβάμαι».
Σε αυτές τις στιγμές, ο τρόπος με τον οποίο θα αντιδράσει ο γονιός μπορεί να κάνει τη διαφορά. Δεν χρειάζεται να εξαφανίσετε αμέσως το άγχος Η πρώτη αντίδραση ενός γονέα είναι συνήθως να προσπαθήσει να καθησυχάσει το παιδί.
«Μην αγχώνεσαι».
«Δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι».
«Όλα θα πάνε καλά».
Οι φράσεις αυτές λέγονται με αγάπη και καλή πρόθεση. Ωστόσο, ένα παιδί που αισθάνεται φόβο μπορεί να χρειάζεται πρώτα κάτι διαφορετικό: να νιώσει ότι κάποιος το ακούει πραγματικά.
Αντί να προσπαθήσετε αμέσως να διώξετε το συναίσθημα, δοκιμάστε να του πείτε:
«Θέλεις να μου πεις τι είναι αυτό που σε φοβίζει περισσότερο;»
Η ερώτηση αυτή δίνει στο παιδί την ευκαιρία να μιλήσει χωρίς να αισθάνεται ότι πρέπει να σταματήσει να φοβάται.
Πίσω από το «δεν θέλω σχολείο» υπάρχει συχνά ένας συγκεκριμένος φόβος
Το σχολικό άγχος δεν έχει πάντα την ίδια αιτία. Ένα παιδί μπορεί να φοβάται ότι δεν θα βρει φίλους. Ένα άλλο μπορεί να ανησυχεί για τα μαθήματα ή για ένα διαγώνισμα. Κάποιο άλλο μπορεί να φοβάται μήπως κάνει λάθος μπροστά στους συμμαθητές του.
Υπάρχουν επίσης παιδιά που δυσκολεύονται με τον αποχωρισμό από τους γονείς τους ή αισθάνονται ανασφάλεια όταν βρίσκονται σε ένα νέο περιβάλλον. Γι’ αυτό και η φράση «μην αγχώνεσαι» δεν απαντά απαραίτητα στο πραγματικό πρόβλημα. Πρώτα χρειάζεται να ανακαλύψουμε τι ακριβώς προκαλεί το άγχος.
Ακούστε το παιδί χωρίς να το διορθώνετε
Όταν το παιδί αρχίσει να μιλά, προσπαθήστε να μην απορρίψετε αμέσως τη σκέψη του.
Αν πει:
«Φοβάμαι ότι κανείς δεν θα θέλει να παίξει μαζί μου».
Αντί για:
«Μα αποκλείεται, όλοι σε συμπαθούν».
μπορείτε να ρωτήσετε:
«Τι σε κάνει να το σκέφτεσαι αυτό;»
ή:
«Έχει συμβεί κάτι που σε έκανε να φοβάσαι;»
Έτσι, το παιδί καταλαβαίνει ότι το συναίσθημά του έχει χώρο μέσα στη συζήτηση. Δεν σημαίνει ότι ο γονιός συμφωνεί με τον φόβο. Σημαίνει ότι προσπαθεί πρώτα να τον καταλάβει.
Βοηθήστε το παιδί να ξεχωρίσει τον φόβο από τον εαυτό του
Ένα παιδί που αισθάνεται συχνά άγχος μπορεί εύκολα να αρχίσει να σκέφτεται ότι «είναι αγχωμένο» ή ότι «δεν τα καταφέρνει». Είναι σημαντικό να καταλάβει ότι το άγχος είναι ένα συναίσθημα και όχι χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του. Μπορείτε να του πείτε:
«Τώρα νιώθεις φόβο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορείς να τα καταφέρεις».
Ή:
«Το ότι αγχώνεσαι δεν σημαίνει ότι είσαι αδύναμος».
Με αυτόν τον τρόπο, το παιδί αρχίζει να βλέπει το άγχος ως κάτι που μπορεί να αντιμετωπίσει και όχι ως κάτι που το καθορίζει.
Κάντε μαζί το επόμενο μικρό βήμα
Όταν εντοπιστεί ο φόβος, ο γονιός μπορεί να βοηθήσει το παιδί να αναζητήσει μια μικρή, πρακτική λύση. Αν φοβάται ένα διαγώνισμα, μπορούν να οργανώσουν μαζί το διάβασμά του. Αν φοβάται ότι δεν θα βρει φίλους, μπορούν να συζητήσουν για έναν συμμαθητή με τον οποίο θα μπορούσε να κάνει την πρώτη προσέγγιση. Αν φοβάται τον αποχωρισμό, μπορούν να δημιουργήσουν μια σταθερή πρωινή ρουτίνα που θα κάνει τη στιγμή της εισόδου στο σχολείο πιο προβλέψιμη. Το σημαντικό είναι το παιδί να συμμετέχει στη λύση.
Δεν χρειάζεται να έχει όλες τις απαντήσεις/ Ο στόχος δεν είναι να μεγαλώσουμε παιδιά που δεν φοβούνται ποτέ. Το άγχος, ο φόβος και η αβεβαιότητα αποτελούν μέρος της ζωής. Αυτό που χρειάζεται να μάθει ένα παιδί είναι ότι μπορεί να αναγνωρίζει αυτά τα συναισθήματα, να τα εκφράζει και να αναζητά τρόπους να τα διαχειρίζεται. Ο γονιός μπορεί να γίνει το ασφαλές πρόσωπο στο οποίο το παιδί θα επιστρέψει όταν κάτι το δυσκολεύει.
Και πολλές φορές δεν χρειάζεται μια μεγάλη συμβουλή.
Χρειάζεται απλώς ένας γονιός που θα καθίσει δίπλα του και θα πει: «Σε ακούω. Θέλεις να μου πεις τι είναι αυτό που σε φοβίζει περισσότερο;»
Από αυτή τη φράση μπορεί να ξεκινήσει μια ουσιαστική συζήτηση.
Και μέσα από αυτή τη συζήτηση, το παιδί μπορεί σταδιακά να καταλάβει καλύτερα τον φόβο του, να νιώσει ότι δεν είναι μόνο του και να ανακαλύψει ότι έχει περισσότερες δυνατότητες να αντιμετωπίσει μια δύσκολη σχολική στιγμή απ’ όσες ίσως πίστευε.



