Ξεκινάει συνήθως κάπως έτσι… «Μαμά, θέλω να παίξω ποδόσφαιρο.» Ή μπάσκετ. Τένις. Κολύμβηση. Ενόργανη. Το παιδί θέλει να παίξει. Και κάπου στην πορεία αρχίζουν τα υπόλοιπα.
Προπονήσεις τέσσερις και πέντε φορές την εβδομάδα. Επιπλέον ατομικά. Τουρνουά. Ταξίδια. Επιλογές ομάδων. Αξιολογήσεις. Ακαδημίες. «Ανέβηκε επίπεδο». «Τον είδε κάποιος». «Πρέπει να δουλέψει περισσότερο». Και πριν το καταλάβουμε, αυτό που ξεκίνησε ως παιχνίδι μπορεί να αρχίσει να μοιάζει με μικρή επαγγελματική καριέρα. Μόνο που ο αθλητής είναι ακόμη παιδί.
Η “επαγγελματοποίηση” ξεκινά πλέον πολύ νωρίς
Ο οργανωμένος παιδικός αθλητισμός έχει αλλάξει σημαντικά. Σε αρκετά αθλήματα, παιδιά από πολύ μικρές ηλικίες μπαίνουν σε ανταγωνιστικά προγράμματα που απαιτούν μεγάλο μέρος της εβδομάδας τους. Και μαζί με τις ώρες αυξάνεται συχνά και η επένδυση της οικογένειας σε χρόνο, σε χρήματα, σε μετακινήσεις, στα τόσο busy Σαββατοκύριακα και στον οικογενειακό της πρόγραμμα. Και, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε πάντα, έρχονται και οι προσδοκίες. Μάλλον γιατί όσο περισσότερo επενδύουμε σε κάτι, τόσο πιο δύσκολο μπορεί να πούμε: «Δεν πειράζει αν δεν προχωρήσει.»
Miα πρόσφατη έρευνα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ερευνητές μίλησαν με 33 αγόρια ηλικίας 7 έως 11 ετών που είχαν ήδη ενταχθεί σε επαγγελματικές ακαδημίες ποδοσφαίρου στη Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στόχος δεν ήταν να ρωτήσουν τους γονείς τι πιστεύουν ότι χρειάζονται τα παιδιά. Ρώτησαν τα ίδια τα παιδιά. Και ένα από τα ευρήματα ήταν ιδιαίτερα χαρακτηριστικό.
Τα παιδιά αντιλαμβάνονταν ότι, μπαίνοντας σε ένα πιο απαιτητικό και ανταγωνιστικό αθλητικό περιβάλλον, αυξανόταν και η εμπλοκή των γονιών τους. Παράλληλα, πολλά δυσκολεύονταν να εκφράσουν τι είδους υποστήριξη ήθελαν πραγματικά από εκείνους. Αυτό όμως που όλα που εκτιμούσαν ιδιαίτερα; Τη συναισθηματική υποστήριξη.
Μήπως λοιπόν το παιδί δεν χρειάζεται άλλον έναν προπονητή στο αυτοκίνητο;
«Γιατί δεν έδωσες εκεί την πάσα;»
«Στο δεύτερο ημίχρονο έπεσες.»
«Ο άλλος παίζει πιο δυνατά.»
«Πρέπει να είσαι πιο συγκεντρωμένος.»
«Αν θέλεις να προχωρήσεις, πρέπει να δουλέψεις περισσότερο.»
Όλα αυτά μπορεί να λέγονται από αγάπη και φυσικά επειδή ενδιαφερόμαστε. Ίσως και επειδή βλέπουμε δυνατότητες και θέλουμε να βοηθήσουμε. Αλλά υπάρχει μια ερώτηση που αξίζει να κάνουμε: Μας ζήτησε το παιδί coaching ή χρειαζόταν απλώς τη μαμά και τον μπαμπά του;
Και ακόμη περισσότερο, αυτό που συμβαίνει, είναι όταν ένα παιδί έχει ταλέντο, η συζήτηση να μετακινείται εύκολα από το παρόν στο μέλλον. Πού μπορεί να φτάσει; Σε ποια ομάδα μπορεί να πάει; Έχει πιθανότητες; Πρέπει να κάνει περισσότερες προπονήσεις; Όμως υπάρχει μια απλούστερη ερώτηση που ίσως πρέπει να προηγείται όλων αυτών: «Εσύ ακόμη το χαίρεσαι;», και «σου αρέσει ακόμη να πηγαίνεις στην προπόνηση;» – Όχι «θέλεις να γίνεις επαγγελματίας;».
Γιατί ένα παιδί μπορεί να είναι πολύ καλό σε ένα άθλημα και ταυτόχρονα να έχει αρχίσει να μην το απολαμβάνει. Και τα δύο μπορούν να είναι αλήθεια. Το πρόβλημα δεν είναι ο πρωταθλητισμός. Υπάρχουν παιδιά που πραγματικά αγαπούν τον ανταγωνισμό., που θέλουν να προπονούνται περισσότερο, να βελτιώνονται. Παιδιά που ονειρεύονται υψηλό επίπεδο αθλητισμού και απολαμβάνουν τη διαδικασία. Δεν υπάρχει τίποτα λάθος σε αυτό. Ούτε χρειάζεται να παρουσιάζουμε τον ανταγωνιστικό αθλητισμό ως κάτι αρνητικό. Το ερώτημα είναι διαφορετικό: Ποιος θέλει περισσότερο αυτή την πορεία — το παιδί ή οι ενήλικες γύρω του;
5 ερωτήσεις που αξίζει να κάνουμε στον εαυτό μας (ιδίως όσο ανεβαίνει το επίπεδο του παιδιού)
1. Μιλάμε περισσότερο για την απόδοσή του ή για το πώς πέρασε;
2. Μετά τον αγώνα μπορεί να είναι απλώς παιδί ή ξεκινά αμέσως η ανάλυση;
3. Έχει χρόνο για φίλους, ξεκούραση και πράγματα που δεν έχουν κανέναν στόχο;
4. Μπορεί να μας πει ότι δεν θέλει να πάει μια μέρα στην προπόνηση χωρίς να νιώθει ότι μας απογοητεύει;
Και κυρίως:
5. Αν αύριο μας έλεγε «δεν θέλω να συνεχίσω», ποια θα ήταν η πρώτη μας συναισθηματική αντίδραση;
Η τελευταία ερώτηση ίσως λέει περισσότερα για εμάς παρά για το παιδί. Είναι εύκολο στον παιδικό αθλητισμό να αρχίσουμε να μετράμε γκολ, χρόνους, μετάλλια, συμμετοχές, κατηγορίες. Υπάρχουν όμως πράγματα πολύ δυσκολότερα να μετρηθούν. Έμαθε να συνεργάζεται; Έμαθε να χάνει; Έμαθε να επιμένει; Έκανε φίλους; Έμαθε να σέβεται το σώμα του; Απέκτησε αυτοπεποίθηση;
Και, όταν τελειώσει όλο αυτό —είτε στα 14 είτε στα 24— θα εξακολουθεί να αγαπά το άθλημα; Γιατί ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία ενός παιδιού στον αθλητισμό να μην είναι να γίνει επαγγελματίας. Ίσως να είναι να φτάσει στην ενήλικη ζωή και να εξακολουθεί να σκέφτεται: «Μου άρεσε πολύ να παίζω.»
Με αγάπη,
Εύη (μαμά τριών αθλητών)



