Υπάρχουν μερικές φράσεις που φτάνουν κατευθείαν στην καρδιά ενός γονιού. Τι κάνεις όταν το παιδί σου σου λέει:«Κανείς δεν έπαιξε μαζί μου σήμερα»; Σχεδόν αυτόματα ενεργοποιείται μέσα μας η ανάγκη να διορθώσουμε την κατάσταση.
“Ποιος δεν έπαιξε μαζί σου; Γιατί; Σε άφησαν μόνο; Να μιλήσω στη δασκάλα;”
Πριν όμως τρέξουμε να λύσουμε το πρόβλημα, το παιδί μπορεί να χρειάζεται κάτι διαφορετικό: να νιώσει ότι το ακούσαμε.
Μην προσπαθήσετε να εξαφανίσετε αμέσως τη στενοχώρια
Πολλές φορές απαντάμε αυθόρμητα και λέμε για παράδειγμα «έλα, αύριο θα παίξετε» ή «αποκλείεται να μην έπαιξε κανείς μαζί σου». Μπορεί να το λέμε για να καθησυχάσουμε το παιδί, αλλά έτσι υπάρχει κίνδυνος να προσπεράσουμε αυτό που νιώθει.
Μπορούμε αντί γι’ αυτό να πούμε: «Αυτό ακούγεται δύσκολο. Στενοχωρήθηκες;» Και να περιμένουμε.
Μετά, προσπαθούμε να καταλάβουμε τι συνέβη. Το «κανείς δεν έπαιξε μαζί μου» δεν σημαίνει πάντα ότι ένα παιδί ήταν μόνο του όλη την ημέρα. Μπορεί να σημαίνει ότι ο καλύτερός του φίλος έπαιξε με κάποιον άλλο, ότι δεν το άφησαν να μπει σε ένα συγκεκριμένο παιχνίδι, ακόμη και ότι δεν ήξερε πώς να τους ζητήσει να παίξει.
Γι’ αυτό μπορούμε να ρωτήσουμε ήρεμα:
«Τι έγινε στο διάλειμμα;»
«Τι έκαναν τα άλλα παιδιά;»
«Τους ρώτησες αν μπορείς να παίξεις;»
«Υπήρξε κάποια άλλη στιγμή που ήσουν μαζί με κάποιο παιδί;»
Όχι για να αποδείξουμε ότι το παιδί υπερβάλλει, αλλά για να καταλάβουμε την εμπειρία του.
Αντί να λύσουμε εμείς το πρόβλημα, χτίζουμε δεξιότητες
Κάτι που βοηθάει πολύ είναι ανάλογα με την ηλικία, να κάνουμε μαζί μικρή πρόβα λέγοντας για παράδειγμα:
«Τι θα μπορούσες να πεις αύριο;»
«Θέλετε άλλον έναν στο παιχνίδι;»
«Μπορώ να παίξω κι εγώ;»
Αυτό δεν σημαίνει ότι αφήνουμε το παιδί μόνο του να αντιμετωπίσει μια πραγματικά δύσκολη κοινωνική κατάσταση.Σημαίνει ότι, όπου μπορεί, του δίνουμε πρώτα εργαλεία.
Εξάλλου μια μοναχική πρώτη ημέρα δεν σημαίνει ότι ένα παιδί δεν έχει φίλους. Οι ομάδες χρειάζονται χρόνο για να ξανασχηματιστούν. Αν όμως η απομόνωση επαναλαμβάνεται, το παιδί δείχνει σταθερά στενοχωρημένο, δεν θέλει να πάει σχολείο ή υπάρχουν ενδείξεις συστηματικού αποκλεισμού ή bullying, τότε χρειάζεται επικοινωνία με το σχολείο.
Και εδώ όμως έχει σημασία να ζητήσουμε τη δική τους παρατήρηση:
«Πώς το βλέπετε στο διάλειμμα; Με ποια παιδιά πλησιάζει; Φαίνεται να μένει συστηματικά μόνο του;»
Ίσως το δυσκολότερο είναι να αντέξουμε το γεγονός ότι δεν μπορούμε να προστατεύσουμε τα παιδιά μας από κάθε στιγμή μοναξιάς ή απόρριψης. Μπορούμε όμως να τους προσφέρουμε κάτι εξαιρετικά σημαντικό: ένα ασφαλές μέρος όπου μπορούν να επιστρέψουν και να νιώθουν ότι τους ακούνε πραγματικά.



