«Μήπως μπερδεύεται επειδή ακούει δύο γλώσσες;»
«Μήπως πρέπει στο σπίτι να του μιλάμε μόνο τη γλώσσα του σχολείου;»
«Αφού έχει δυσκολία στον λόγο, μήπως του κάνουμε τα πράγματα ακόμη πιο δύσκολα χρησιμοποιώντας και τη μητρική μας γλώσσα;»
Είναι ερωτήσεις που απασχολούν πολλές δίγλωσσες οικογένειες και γίνονται ακόμη πιο αγχωτικές όταν ένα παιδί παρουσιάζει δυσκολίες στον λόγο ή στην επικοινωνία.
Μια νέα μελέτη έρχεται να προσθέσει ένα σημαντικό κομμάτι σε αυτή τη συζήτηση: η μειωμένη χρήση της γλώσσας της οικογένειας δεν φάνηκε να κάνει τα παιδιά καλύτερα στη δεύτερη, κυρίαρχη γλώσσα τους. Αντίθετα, συνδεόταν με χαμηλότερη επάρκεια στη γλώσσα της οικογένειας.
Στη μελέτη συμμετείχαν 48 δίγλωσσα παιδιά, μέσης ηλικίας 7,89 ετών, τα οποία μεγάλωναν με διαφορετικές γλώσσες στο σπίτι, ενώ όλα μάθαιναν αγγλικά ως την κυρίαρχη κοινωνική γλώσσα. Στην έρευνα συμμετείχαν τόσο παιδιά με τυπική γλωσσική ανάπτυξη όσο και παιδιά με μαθησιακές ανάγκες που σχετίζονται με την ομιλία, τη γλώσσα και την επικοινωνία.
Τα παιδιά με γλωσσικές δυσκολίες έχαναν περισσότερο τη γλώσσα της οικογένειας
Οι ερευνητές εντόπισαν μια σημαντική διαφορά. Τα παιδιά με δυσκολίες λόγου και επικοινωνίας είχαν συνολικά περισσότερη έκθεση και χρήση των αγγλικών και λιγότερη έκθεση στη γλώσσα της οικογένειάς τους σε σχέση με τα παιδιά τυπικής ανάπτυξης.Το σημερινό γλωσσικό τους περιβάλλον ήταν επίσης λιγότερο πλούσιο στη γλώσσα της οικογένειας. Τα ίδια τα παιδιά ήταν λιγότερο πρόθυμα να τη χρησιμοποιήσουν και είχαν χαμηλότερη επάρκεια σε αυτή. Με απλά λόγια, τα παιδιά που ήδη αντιμετώπιζαν γλωσσικές δυσκολίες φαίνονταν να βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο να χάσουν σταδιακά τη γλώσσα που μιλά η οικογένειά τους.
Θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει ότι η μείωση της γλώσσας της οικογένειας δίνει στο παιδί περισσότερο «χώρο» για να μάθει καλύτερα την κυρίαρχη γλώσσα. Η συγκεκριμένη μελέτη δεν βρήκε κάτι τέτοιο. Η μειωμένη εμπειρία στη γλώσσα της οικογένειας δεν συνδεόταν με ισχυρότερες δεξιότητες στα αγγλικά, είτε αυτές αξιολογούνταν από τους γονείς είτε μέσω δοκιμασίας επανάληψης προτάσεων. Αντίθετα, η μικρότερη έκθεση στη γλώσσα της οικογένειας συνδεόταν με χαμηλότερη επάρκεια σε αυτή τη γλώσσα. Δηλαδή, ένα παιδί μπορεί να χάσει μέρος της πρώτης του γλώσσας χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κερδίζει αντίστοιχα στη δεύτερη.
«Μα δεν θα μπερδευτεί με δύο γλώσσες;»
Αυτός είναι ένας από τους πιο συχνούς μύθους γύρω από τη διγλωσσία. Η εκμάθηση δύο γλωσσών δεν σημαίνει ότι υπάρχουν δύο γλώσσες που «ανταγωνίζονται» για περιορισμένο χώρο μέσα στον εγκέφαλο. Και η συγκεκριμένη μελέτη έρχεται να ενισχύσει προηγούμενα δεδομένα που αμφισβητούν την ιδέα ότι η διγλωσσία είναι επιβαρυντική για ένα παιδί με γλωσσικές δυσκολίες.
Η μητρική γλώσσα όμως δεν είναι μόνο λέξεις
Υπάρχει και κάτι που δεν χωρά εύκολα σε ένα γλωσσικό τεστ. Η γλώσσα της οικογένειας είναι συχνά η γλώσσα με την οποία ένα παιδί επικοινωνεί με τη γιαγιά και τον παππού. Η γλώσσα των οικογενειακών ιστοριών, των τραγουδιών, των αστείων, των εκφράσεων που δεν μεταφράζονται ακριβώς. Η γλώσσα με την οποία ένας γονιός μπορεί να εκφράσει πιο φυσικά συναίσθημα, τρυφερότητα, χιούμορ ή ακόμη και ένα όριο. Η σταδιακή απώλειά της λοιπόν δεν αφορά μόνο το λεξιλόγιο. Μπορεί να επηρεάζει και την πρόσβαση του παιδιού σε σχέσεις, οικογενειακή ιστορία, πολιτισμό και ταυτότητα.
Δεν σημαίνει ότι κάθε οικογένεια πρέπει να ακολουθήσει μία συγκεκριμένη «μέθοδο διγλωσσίας». Ούτε ότι ένας γονιός πρέπει να μετρά πόσες ώρες την ημέρα ακούει το παιδί κάθε γλώσσα. Σημαίνει όμως ότι δεν υπάρχει λόγος να εγκαταλείψουμε αυτόματα τη γλώσσα του σπιτιού επειδή ένα παιδί παρουσιάζει γλωσσικές δυσκολίες, με την προσδοκία ότι έτσι θα ενισχυθεί απαραίτητα η κυρίαρχη γλώσσα. Μπορούμε να συνεχίσουμε να χρησιμοποιούμε τη γλώσσα στην οποία επικοινωνούμε πιο φυσικά με το παιδί. Να του διαβάζουμε βιβλία, να τραγουδάμε, να βλέπουμε συγγενείς που μιλούν τη συγκεκριμένη γλώσσα και να αφήνουμε τη γλώσσα να υπάρχει μέσα στην καθημερινότητα και στη σχέση — όχι μόνο σαν «μάθημα». Και όταν υπάρχει πραγματική ανησυχία για την ανάπτυξη του λόγου, η αξιολόγηση χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη ολόκληρο το γλωσσικό ιστορικό του παιδιού, όχι απλώς την επίδοσή του στη μία γλώσσα.
Και αν το παιδί ανακατεύει τις δύο γλώσσες;
Ακόμη και αυτό δεν αποτελεί από μόνο του ένδειξη ότι το παιδί έχει «μπερδευτεί». Η εναλλαγή ανάμεσα σε δύο γλώσσες αποτελεί φυσικό μέρος της επικοινωνίας πολλών δίγλωσσων ανθρώπων. Ένα παιδί μπορεί, για παράδειγμα, να γνωρίζει μια λέξη πρώτα στη μία γλώσσα και να τη χρησιμοποιεί μέσα σε μια πρόταση της άλλης. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν ξεχωρίζει τις δύο γλώσσες. Αυτό που είναι σημαντικό να καταλάβουμε είναι ότι η αφαίρεση της γλώσσας της οικογένειας δεν φάνηκε να αποτελεί “θεραπεία” για τη δεύτερη γλώσσα. Μπορεί όταν ένα παιδί δυσκολεύεται στον λόγο, το ένστικτό μας συχνά να μας λέει να απλοποιήσουμε όσο περισσότερο μπορούμε τον κόσμο του. Όμως δύο γλώσσες δεν σημαίνουν απαραίτητα δύο προβλήματα. Μπορούν να σημαίνουν δύο τρόπους να επικοινωνεί, δύο πολιτισμούς στους οποίους ανήκει και δύο γλωσσικούς κόσμους που αξίζει —όπου αυτό είναι εφικτό— να του επιτρέψουμε να κρατήσει.



