Δημογραφικός συναγερμός: Κάτω από 1,4 εκατ. οι γεννήσεις στην Ελλάδα την επόμενη εικοσαετία – Η πρόβλεψη που προκαλεί ανησυχία

Από τις 150.000 γεννήσεις ετησίως κατά μέσο όρο στη μεταπολεμική περίοδο, στις μόλις 65.000 το 2026 – Πώς η υπογεννητικότητα αλλάζει τον δημογραφικό χάρτη της χώρας

Η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια διαρκώς εντεινόμενη δημογραφική συρρίκνωση, με τις γεννήσεις να ακολουθούν σταθερά πτωτική πορεία και τις προβλέψεις για τις επόμενες δεκαετίες να είναι ιδιαίτερα δυσοίωνες. Σύμφωνα με τα στοιχεία έρευνας του αφυπηρετήσαντα καθηγητή Δημογραφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και διευθυντή του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ), Βύρωνα Κοτζαμάνη, οι γεννήσεις στην Ελλάδα την εικοσαετία 2027-2046 εκτιμάται ότι δεν θα ξεπεράσουν τα 1,4 εκατομμύρια, έναντι 1,8 εκατομμυρίων που καταγράφηκαν την προηγούμενη εικοσαετία, από το 2007 έως το 2026.

Η πρόβλεψη αυτή αποτυπώνει το μέγεθος του δημογραφικού προβλήματος, το οποίο δεν αποτελεί μια πρόσκαιρη εξέλιξη, αλλά το αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας μεταβολής στη γεννητικότητα και στις οικογενειακές συμπεριφορές.

Από τις 150.000 γεννήσεις ετησίως στις 65.000

Η μεταπολεμική πορεία των γεννήσεων στη χώρα παρουσιάζει σημαντικές διακυμάνσεις. Όπως επισημαίνει στο ΑΠΕ -ΜΠΕ ο κ. Κοτζαμάνης, από το 1951 έως το 1980 οι γεννήσεις κυμαίνονταν κατά μέσο όρο γύρω στις 150.000 ετησίως.

Στη συνέχεια, άρχισαν να υποχωρούν, με αποτέλεσμα τη δεκαετία του 1990 να περιοριστούν περίπου στις 100.000. Ακολούθησε μια μικρή ανάκαμψη τη δεκαετία του 2000, ωστόσο η πτωτική πορεία επανήλθε και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Για το 2026, οι γεννήσεις εκτιμάται ότι θα περιοριστούν στις 65.000.

Η μείωση, πάντως, δεν ξεκίνησε μετά τον πόλεμο. Σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία, την περίοδο 1932-1940, όταν ο πληθυσμός της χώρας ήταν σημαντικά μικρότερος, καταγράφονταν κατά μέσο όρο σχεδόν 118.500 γεννήσεις τον χρόνο. Αντίθετα, την περίοδο 1955-1964 ο αντίστοιχος αριθμός έφτανε τις 154.000.

Η σύγκριση των διαδοχικών δεκαετιών αναδεικνύει τη σταδιακή αλλαγή της δημογραφικής εικόνας. Ενδεικτικά, την τρέχουσα δεκαετία, από το 2021 έως το 2030, οι γεννήσεις δεν αναμένεται να ξεπεράσουν τις 700.000, έναντι 920.000 την περίοδο 2011-2020, καταγράφοντας μείωση της τάξης του 25%.

Γιατί οι Ελληνίδες αποκτούν όλο και λιγότερα παιδιά

Ο περιορισμός του αριθμού των παιδιών που αποκτούν σήμερα τα ζευγάρια δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Πρόκειται για μια ευρύτερη τάση που παρατηρείται στις ανεπτυγμένες χώρες, συνδέεται όμως με διαφορετικές ιστορικές και κοινωνικές διαδρομές από χώρα σε χώρα.

Όπως εξηγεί ο καθηγητής, στις περισσότερες χώρες της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης η μείωση της γονιμότητας είχε ξεκινήσει ήδη από γενιές γυναικών που γεννήθηκαν πριν από τα τέλη του 19ου αιώνα. Η πορεία αυτή ανακόπηκε προσωρινά στις γυναίκες που γεννήθηκαν κατά τον Μεσοπόλεμο, οι οποίες απέκτησαν περισσότερα παιδιά από τους γονείς τους, στο πλαίσιο και του μεταπολεμικού baby boom.

Στις μεταπολεμικές γενιές, ωστόσο, η γονιμότητα άρχισε και πάλι να μειώνεται, καθώς άλλαξαν ριζικά οι αντιλήψεις και οι συμπεριφορές γύρω από τον γάμο, τη μητρότητα, τη σεξουαλικότητα και την οικογένεια.

Οι μεταβολές αυτές συνδέθηκαν με νέες προτεραιότητες στην εκπαίδευση και την κοινωνικοποίηση των παιδιών, αλλά και με διαφορετικές στρατηγικές των δύο συντρόφων για την επαγγελματική και προσωπική τους εξέλιξη. Σταδιακά διαμορφώθηκε ένα νέο μοντέλο οικογένειας, σημαντικά διαφορετικό από εκείνα των προηγούμενων γενεών.

Η ελληνική ιδιαιτερότητα και το χάσμα ανάμεσα στην επιθυμία και την πραγματικότητα

Εκείνο που διαφοροποιεί κυρίως την Ελλάδα από αρκετές χώρες της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης είναι, σύμφωνα με τον κ. Κοτζαμάνη, τόσο ο χρόνος έναρξης όσο και η ένταση της μείωσης της γονιμότητας.

Στη χώρα μας, η υποχώρηση του αριθμού των παιδιών που αποκτούν τα ζευγάρια ξεκίνησε αργότερα και συνεχίζεται χωρίς ουσιαστική αναστροφή. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι γυναίκες που γεννήθηκαν το 1985 αποκτούν λιγότερα από 1,5 παιδιά κατά μέσο όρο, ενώ όσες γεννήθηκαν το 1930 είχαν αποκτήσει σχεδόν 2,3.

Παράλληλα, ο αριθμός των παιδιών που τελικά αποκτούν οι γυναίκες που γεννήθηκαν στην Ελλάδα μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1950 απέχει όλο και περισσότερο τόσο από τον αριθμό που θα επιθυμούσαν όσο και από το επίπεδο που απαιτείται για την αναπλήρωση των γενεών.

Το όριο αυτό υπολογίζεται στα 2,07 παιδιά ανά γυναίκα. Η απόσταση από αυτό είναι μεγαλύτερη στην Ελλάδα σε σύγκριση με αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες έχουν αναπτύξει εδώ και δεκαετίες πιο ευνοϊκές συνθήκες για την οικογένεια και το παιδί.

Σημαντικό ρόλο σε αυτές τις χώρες έχουν διαδραματίσει οι πολιτικές που περιορίζουν τις έμφυλες ανισότητες, διευκολύνουν τον συνδυασμό επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής και στηρίζονται σε ένα πιο διευρυμένο και αποτελεσματικό κράτος πρόνοιας.

Αντίθετα, στην Ελλάδα οι μεταπολεμικές γενιές αποκτούν σταδιακά όλο και λιγότερα παιδιά, με αποτέλεσμα οι γεννήσεις από τη δεκαετία του 1980 και μετά να παρουσιάζουν συνεχή συρρίκνωση.

Στις χώρες της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης, αντίθετα, οι γενιές που γεννήθηκαν μεταξύ 1945 και 1985 απέκτησαν κατά μέσο όρο από 1,8 έως 2 παιδιά, αριθμό που υπολείπεται πολύ λιγότερο τόσο από τον επιθυμητό αριθμό παιδιών όσο και από το επίπεδο αναπλήρωσης των γενεών.

Η πρόβλεψη για την επόμενη εικοσαετία

Παρά το γεγονός ότι τα επόμενα χρόνια αναμένεται να επιβραδυνθεί η μείωση του αριθμού των γυναικών ηλικίας 25-44 ετών, οι δημογραφικές προοπτικές παραμένουν αρνητικές.

Ο κ. Κοτζαμάνης εκτιμά ότι θα επιβραδυνθεί επίσης τόσο η αύξηση της ήδη υψηλής μέσης ηλικίας στην οποία οι γυναίκες αποκτούν παιδιά όσο και η μείωση της γονιμότητας των νεότερων γενεών. Οι εξελίξεις αυτές, ωστόσο, δεν αναμένεται να ανατρέψουν τη συνολική τάση.

«Οι γεννήσεις την επόμενη εικοσαετία (2027-2046), εν απουσία θετικού μεταναστευτικού ισοζυγίου, θα είναι παρ’ όλα αυτά λιγότερες από 1,4 εκατ. έναντι του 1,8 εκατ. της προηγουμένης (2007-2026)», τονίζει χαρακτηριστικά.

Μάλιστα, η εικόνα αναμένεται να γίνει ακόμη πιο δύσκολη την εικοσαετία που θα ακολουθήσει. Τότε θα φτάσουν σε ηλικία δημιουργίας οικογένειας οι γενιές που γεννήθηκαν από το 2009 έως το 2026, δηλαδή μια γενιά ήδη σημαντικά μικρότερη αριθμητικά από εκείνες που προηγήθηκαν.

Ενδεικτικό της έκτασης της συρρίκνωσης είναι ότι οι γεννήσεις μεταξύ 2009 και 2026 μειώθηκαν κατά 45%.

Τα στοιχεία αναδεικνύουν ότι το δημογραφικό πρόβλημα της Ελλάδας δεν αφορά μόνο τη σημερινή μείωση των γεννήσεων. Αφορά και το γεγονός ότι οι ολοένα μικρότερες γενιές που έρχονται θα περιορίσουν, με τη σειρά τους, τον αριθμό των ανθρώπων που θα βρίσκονται σε ηλικία δημιουργίας οικογένειας τις επόμενες δεκαετίες, ενισχύοντας έναν κύκλο δημογραφικής συρρίκνωσης.

Facebook
Twitter
LinkedIn
Pinterest
Threads

Αφήστε μια απάντηση

Διαβάστε Επίσης

Σεμινάρια Για γονείς

Online Σεμινάρια

Περιμένω δίδυμα. Προετοιμασία & οργάνωση

€40
Προετοιμασία και πρακτικός οδηγός για νέους γονείς διδύμων
3
2149
Online Σεμινάρια

Online Σχολείο Για Γονείς

€150
Δεν είναι αυτονόητο ότι όταν γίνεσαι γονιός, ξέρεις πώς να λειτουργήσεις στη σχέση σου με τα...
6
3322

NEWSLETTER

Εγγραφείτε στο NewsLetter