Το Κρατικό Βραβείο Εφηβικού-Νεανικού Λογοτεχνικού Βιβλίου απέσπασε η Άννα Κουππάνου για το «Όταν μας άφησε η θάλασσα. Μια ιστορία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα από την Κύπρο του 1974» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.
Κύπρος, 1974. Η τουρκική εισβολή στερεί από την Κατερίνα Χρυσοστόμου, ένα νεαρό κορίτσι από την Κερύνεια, το χωριό, το σπίτι, ίσως και τονπατέρα της. Μαζί με τον δίδυμο αδελφό της Μιχάλη επιβιβάζονται σε ένα καράβι που ταξιδεύει για την Ελλάδα. Μαζί τους ταξιδεύουν κι άλλα παιδιά. Εκατοντάδες κορίτσια και αγόρια, χωρίς γονείς, χωρίς άλλα μέλη των οικογενειών τους, κατευθύνονται προς τον Πειραιά με την ελπίδα μιας καινούριας ζωής, προκειμένου να φιλοξενηθούν σε ιδρύματα και οικογένειες και να ξαναπιάσουν το νήμα μιας ήρεμης ζωής. Η Κατερίνα και ο Μιχάλης βρίσκονται σε μια χώρα που γνωρίζουν μόνο από βιβλία και ιστορίες. Η ζωή όμως τους επιφυλάσσει κι άλλες εκπλήξεις. Θα καταφέρουν να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις και τα εμπόδια που ορθώνονται μπροστά και ανάμεσά τους; Θα τα καταφέρουν μαζί;
Το σκεπτικό της επιτροπής:
Το βραβείο Εφηβικού-Νεανικού Βιβλίου απονέμεται κατά πλειοψηφία στο μυθιστόρημα της Άννας Κουππάνου, Όταν μας άφησε η θάλασσα. Μια ιστορία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα από την Κύπρο του 1974 (εκδ. Πατάκη). Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα, η Κουππάνου πραγματεύεται ζητήματα συλλογικής μνήμης, προσφυγιάς, ξεριζωμού, αλλά και αναζήτησης ταυτότητας σε έναν κατακερματισμένο σύγχρονο κόσμο. Η συγγραφέας μετουσιώνει επιδέξια σε τέχνη την ιστορική αλήθεια, το βίωμα και τις προσωπικές μαρτυρίες επιλέγοντας να μην αφηγηθεί την Ιστορία (που παραπέμπει ευθέως στην κυπριακή τραγωδία) με όρους ρεαλιστικής καταγραφής, αλλά μέσω μιας υψηλής ποιητικής σύλληψης, όπου το φυσικό στοιχείο και το ιστορικό γεγονός συμπλέκονται αδιάρρηκτα. Στον πυρήνα της αφηγηματικής κατασκευής βρίσκεται η κεντρική μεταφορά της «φυγής» μέσω της θάλασσας.
Η θάλασσα εδώ δεν λειτουργεί απλώς ως σκηνικό, αλλά ως οντολογική σταθερά που η απώλειά της σηματοδοτεί τη διαταραχή της κανονικότητας και την εισβολή του «παράλογου». Η συγγραφέας διαχειρίζεται το ιστορικό τραύμα μέσω της εικαστικής δύναμης του συμβόλου: η διχοτόμηση του χώρου δεν είναι μόνο γεωγραφική, αλλά και υπαρξιακή, διαχωρίζοντας το «εδώ» από το «εκεί», το παρόν από το παρελθόν, και την αλήθεια από την επιβεβλημένη λήθη. Το κείμενο διακρίνεται για τη λυρική του πυκνότητα και την προσεκτική επιλογή των λέξεων. Η αφήγηση προσφέρει μια προοπτική που, ενώ αναγνωρίζει το βάρος του παρελθόντος, στρέφεται αποφασιστικά προς το μέλλον και την ελπίδα της επανένωσης — όχι απαραίτητα εδαφικής, αλλά ψυχικής.
Η Άννα Κουππάνου δήλωσε:
«Όλοι και όλες μας, ως άτομα και ως κοινωνίες, κουβαλούμε μέσα μας ιστορίες που δεν μοιραζόμαστε και που δεν έχουν σαφή μορφή. Γι’ αυτό τον λόγο συχνά δεν μπορούμε ούτε να δούμε το τραύμα που κρύβουν ούτε να το αντιμετωπίσουμε. Προσπάθησα, μέσα από αυτό το βιβλίο, να δώσω μορφή σε πολλές ιστορίες που μέχρι πολύ πρόσφατα δεν συζητούσαμε όσο έπρεπε. Πιστεύω ότι, μέσα από την αφήγηση, οι ιστορίες αυτές μεταμορφώθηκαν σε έναν τόπο όπου μπορούμε να βρούμε ασφάλεια. Η βράβευσή μου με Κρατικό Βραβείο στην Κύπρο και τώρα στην Ελλάδα επιβεβαιώνει πιστεύω ότι τα βιβλία μπορούν να ανοίξουν χώρους διαλόγου, κατανόησης και συλλογικής επούλωσης.
Ευχαριστώ για την τιμή. Ελπίζω να είμαι αντάξια.»








