«Δεν τρώει λαχανικά.», «τρώει μόνο πέντε φαγητά.», «αν ακουμπήσει η σάλτσα το ρύζι, δεν το αγγίζει.», «μέχρι πριν από λίγους μήνες έτρωγε τα πάντα και τώρα λέει “όχι” σχεδόν σε όλα.». Για πολλές οικογένειες με μικρά παιδιά, το τραπέζι μπορεί να μετατραπεί εύκολα σε καθημερινή πηγή άγχους.
Και κάπου ανάμεσα στο «φάε άλλες δύο μπουκιές» και στο «να του μαγειρέψω κάτι άλλο για να μη μείνει νηστικό», έρχεται η ερώτηση:
Είναι απλώς picky eater ή συμβαίνει κάτι περισσότερο;
Η πρώτη απάντηση είναι καθησυχαστική: η επιλεκτικότητα στο φαγητό είναι πολύ συχνή στην παιδική ηλικία. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις στις οποίες η έντονη αποφυγή τροφών αξίζει να αξιολογηθεί από ειδικό.

Γιατί ένα παιδί που έτρωγε τα πάντα ξαφνικά αρχίζει να λέει «όχι»;
Η άρνηση νέων τροφών αποτελεί συχνά μέρος της φυσιολογικής ανάπτυξης. Καθώς ένα νήπιο μεγαλώνει, αποκτά μεγαλύτερη αυτονομία και αρχίζει να εκφράζει πολύ πιο έντονα τις προτιμήσεις του. Παράλληλα μπορεί να γίνει πιο επιφυλακτικό απέναντι σε άγνωστες γεύσεις, μυρωδιές και υφές.
Το CDC αναφέρει ότι συμπεριφορές όπως το να προτιμά ένα παιδί μόνο λίγα τρόφιμα ή να μη θέλει διαφορετικές τροφές να ακουμπούν μεταξύ τους μπορεί να είναι αναμενόμενες και συχνά μειώνονται μέχρι περίπου την ηλικία των 5 ετών. Άρα το παιδί που ξαφνικά αρνείται το μπρόκολο δεν έχει απαραίτητα κάποιο πρόβλημα.
Και πόσες φορές πρέπει να προσφέρουμε ένα φαγητό;
Περισσότερες από όσες φανταζόμαστε. Ένα παιδί μπορεί να χρειαστεί επανειλημμένη έκθεση σε ένα νέο τρόφιμο πριν αποφασίσει ακόμη και να το δοκιμάσει. Το CDC αναφέρει ως ενδεικτικό εύρος τις 8–10 εκθέσεις για ορισμένα μικρά παιδιά. Και «έκθεση» δεν σημαίνει ότι πρέπει να φάει. Μπορεί αρχικά απλώς να υπάρχει το τρόφιμο στο τραπέζι. Να το δει. Να το αγγίξει. Να το μυρίσει. Και κάποια άλλη μέρα να θελήσει να το δοκιμάσει. Η πίεση συνήθως δεν βοηθά αυτή τη διαδικασία.
Πότε δεν μιλάμε πια για απλή επιλεκτικότητα;
Εδώ έχει σημασία όχι μόνο πόσα τρόφιμα τρώει το παιδί, αλλά και το πώς η διατροφή επηρεάζει τη σωματική και ψυχοκοινωνική του λειτουργία. Χρειάζεται συζήτηση με παιδίατρο όταν υπάρχουν ενδείξεις όπως δυσκολία στη μάσηση ή την κατάποση, συχνός βήχας, πνίξιμο ή gagging κατά το φαγητό, πολύ έντονη δυσκολία με συγκεκριμένες υφές, ανεπαρκής πρόσληψη τροφής, προβλήματα στην αύξηση βάρους ή ανάγκη για συμπληρώματα προκειμένου να καλυφθούν οι διατροφικές ανάγκες. Επίσης αξίζει προσοχή όταν το φαγητό προκαλεί τόσο έντονο φόβο ή άγχος ώστε να επηρεάζει την καθημερινότητα του παιδιού.
Τι είναι το ARFID;
Το Avoidant/Restrictive Food Intake Disorder (ARFID) είναι κάτι διαφορετικό από τη συνηθισμένη παιδική επιλεκτικότητα. Ένα παιδί με ARFID μπορεί να αποφεύγει τροφές λόγω έντονης αισθητηριακής ευαισθησίας, φόβου για δυσάρεστες συνέπειες —όπως πνιγμός ή εμετός— ή πολύ χαμηλού ενδιαφέροντος για το φαγητό.
Για να μιλάμε για διαταραχή, όμως, η περιορισμένη πρόσληψη έχει ουσιαστικές συνέπειες, όπως ανεπαρκή ανάπτυξη ή απώλεια βάρους, διατροφικές ελλείψεις, εξάρτηση από συμπληρώματα ή σημαντική επίδραση στην ψυχοκοινωνική ζωή. Και φυσικά, τη διάγνωση δεν την κάνει ο γονιός από μια λίστα στο διαδίκτυο. Χρειάζεται αξιολόγηση από επαγγελματία υγείας.
Τι μπορούμε να κάνουμε στο καθημερινό τραπέζι;
Ένα από τα πιο χρήσιμα πράγματα είναι να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε κάθε γεύμα σαν τεστ που πρέπει να περάσει το παιδί. Μπορούμε να προσφέρουμε ένα νέο τρόφιμο μαζί με κάτι που ήδη τρώει, να τρώμε κι εμείς τα ίδια τρόφιμα, να του δίνουμε μικρές επιλογές και να το εμπλέκουμε στην προετοιμασία του φαγητού. Και κυρίως, να συνεχίζουμε να προσφέρουμε ποικιλία χωρίς κάθε φορά να ζητάμε:
«Μία μπουκιά για τη μαμά.»
«Αν φας τα λαχανικά, θα πάρεις γλυκό.»
«Δεν σηκώνεσαι αν δεν τελειώσεις.»
Γιατί ο στόχος δεν είναι απλώς να καταφέρουμε σήμερα να μπει μία μπουκιά μπρόκολο στο στόμα. Ο μεγαλύτερος στόχος είναι να βοηθήσουμε το παιδί να δημιουργήσει σταδιακά μια σχέση με το φαγητό που δεν βασίζεται στον φόβο, στην πίεση και στη μάχη. Και ταυτόχρονα να γνωρίζουμε πότε η επιλεκτικότητα έχει ξεπεράσει το αναπτυξιακά αναμενόμενο και χρειάζεται βοήθεια.
Γιατί το «δεν τρώει τίποτα» μπορεί κάποιες φορές να είναι μια πολύ φυσιολογική φάση. Άλλες φορές, όμως, είναι ένας τρόπος να μας δείξει το παιδί ότι το φαγητό είναι πραγματικά δύσκολο για εκείνο.



