Μπορεί ένα παιδί να αναζητά το φαγητό όχι επειδή πεινάει, αλλά επειδή αισθάνεται στενοχώρια, θυμό ή άγχος; Μια νέα νορβηγική μελέτη παρακολούθησε παιδιά από την ηλικία των 6 έως τα 18 τους χρόνια και ανέδειξε τη σχέση ανάμεσα στη δυσκολία συναισθηματικής ρύθμισης και στη συναισθηματική υπερφαγία. Τι χρειάζεται να γνωρίζουν οι γονείς;
Ένα παιδί επιστρέφει από το σχολείο στενοχωρημένο και ζητά κάτι γλυκό. Ένας έφηβος, ύστερα από μια δύσκολη ημέρα, ανοίγει το ψυγείο ξανά και ξανά. Ένα μικρότερο παιδί αναζητά το αγαπημένο του σνακ όταν αισθάνεται απογοήτευση. Είναι φυσιολογικό; Και πότε η σχέση ανάμεσα στο φαγητό και στα συναισθήματα χρειάζεται περισσότερη προσοχή;
Το φαγητό δεν καλύπτει μόνο μια βιολογική ανάγκη. Συνδέεται με την απόλαυση, την οικογένεια, τις αναμνήσεις και την κοινωνική μας ζωή. Μπορεί επίσης να προσφέρει μια προσωρινή αίσθηση ανακούφισης. Όταν όμως ένα παιδί στρέφεται συστηματικά στο φαγητό για να αντιμετωπίσει δύσκολα συναισθήματα, οι επιστήμονες μιλούν για συναισθηματική υπερφαγία.
Μια νέα μελέτη από τη Νορβηγία εξετάζει πώς αναπτύσσεται αυτή η συμπεριφορά στη διάρκεια της παιδικής ηλικίας και της εφηβείας. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα παιδιά με μεγαλύτερη συναισθηματική αστάθεια είχαν αυξημένη πιθανότητα να εμφανίζουν συναισθηματική υπερφαγία σε μεταγενέστερες ηλικίες.
Με τον όρο συναισθηματική αστάθεια οι ερευνητές περιγράφουν την τάση για έντονες ή συχνές μεταβολές στη συναισθηματική κατάσταση. Δεν πρόκειται για διάγνωση ούτε σημαίνει ότι ένα παιδί είναι «δύσκολο» ή ότι δεν μπορεί να μάθει να διαχειρίζεται τα συναισθήματά του.
Γιατί αναζητούμε φαγητό όταν δυσκολευόμαστε;
Η σύνδεση ανάμεσα στο φαγητό και στην ανακούφιση ξεκινά από πολύ νωρίς. Από τη βρεφική ηλικία, το τάισμα συνοδεύεται συχνά από αγκαλιά, φροντίδα και αίσθηση ασφάλειας. Καθώς μεγαλώνουμε, ορισμένα τρόφιμα μπορεί να συνδεθούν με ευχάριστες εμπειρίες, όπως οικογενειακές γιορτές ή στιγμές χαλάρωσης. Αυτό από μόνο του δεν αποτελεί πρόβλημα. Η δυσκολία εμφανίζεται όταν το φαγητό γίνεται ο βασικός ή σχεδόν μοναδικός τρόπος αντιμετώπισης δυσάρεστων συναισθημάτων.
Ένα παιδί μπορεί να μην έχει ακόμη αναπτύξει τις δεξιότητες που χρειάζεται για να αναγνωρίσει τι αισθάνεται και να επιλέξει έναν κατάλληλο τρόπο διαχείρισης. Μπορεί, για παράδειγμα, να αισθάνεται μοναξιά, αλλά να μην ξέρει πώς να τη διατυπώσει. Ή να είναι θυμωμένο και να αναζητά κάτι που θα του προσφέρει άμεση ευχαρίστηση. Το ζητούμενο δεν είναι να στερήσουμε από το παιδί την απόλαυση του φαγητού, αλλά να το βοηθήσουμε να αποκτήσει περισσότερους τρόπους να φροντίζει τον εαυτό του.
Πώς καταλαβαίνουμε αν το παιδί πεινάει ή αναζητά παρηγοριά;
Η σωματική πείνα και η συναισθηματική ανάγκη δεν είναι πάντοτε εύκολο να διαχωριστούν. Και δεν χρειάζεται οι γονείς να εξετάζουν κάθε φορά γιατί ένα παιδί ζητά κάτι να φάει. Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένες συμπεριφορές που αξίζει να παρατηρήσουμε όταν επαναλαμβάνονται. Για παράδειγμα, το παιδί μπορεί να αναζητά φαγητό αμέσως μετά από μια έντονη συναισθηματική εμπειρία, να δυσκολεύεται να σταματήσει παρότι έχει χορτάσει ή να αισθάνεται ενοχή μετά το φαγητό.
Αυτές οι συμπεριφορές δεν αρκούν για να διαγνώσουμε κάποια διατροφική διαταραχή. Αποτελούν όμως αφορμή να διερευνήσουμε με ευαισθησία τι συμβαίνει. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι να αποφεύγουμε σχόλια που δημιουργούν ντροπή γύρω από το φαγητό, το βάρος ή το σώμα του παιδιού.
Το πρώτο βήμα είναι να αναγνωρίζουμε τα συναισθήματα
Πριν προσπαθήσουμε να αλλάξουμε μια συμπεριφορά, χρειάζεται να κατανοήσουμε τι μπορεί να κρύβεται πίσω της. Αν ένα παιδί επιστρέφει στενοχωρημένο από το σχολείο και ζητά συνεχώς κάτι να φάει, μπορούμε να ξεκινήσουμε με μια απλή ερώτηση:
«Πώς πήγε η μέρα σου;»
Ή να πούμε:
«Σε βλέπω κάπως στενοχωρημένο. Θέλεις να μου πεις τι έγινε;»
Δεν χρειάζεται να συνδέσουμε αμέσως το φαγητό με το συναίσθημα ούτε να υποθέσουμε ότι γνωρίζουμε την απάντηση. Μερικές φορές το παιδί πράγματι πεινάει. Άλλες φορές χρειάζεται σύνδεση, ξεκούραση ή υποστήριξη. Το σημαντικό είναι να υπάρχει χώρος και για τις δύο ανάγκες.
Πέντε τρόποι να βοηθήσουμε το παιδί
1. Δεν χρησιμοποιούμε συστηματικά το φαγητό ως ανταμοιβή ή παρηγοριά.
Αν κάθε δύσκολη στιγμή αντιμετωπίζεται με ένα γλυκό, το παιδί μπορεί σταδιακά να μάθει να συνδέει τη συναισθηματική ανακούφιση αποκλειστικά με το φαγητό.
2. Βοηθάμε το παιδί να ονομάζει τα συναισθήματά του.
«Μήπως απογοητεύτηκες;», «Ήταν δύσκολο αυτό που συνέβη;» είναι φράσεις που μπορούν να ενισχύσουν τη συναισθηματική επίγνωση.
3. Προτείνουμε διαφορετικούς τρόπους αποφόρτισης.
Μια βόλτα, λίγη κίνηση, μια αγκαλιά, η μουσική ή μια συζήτηση μπορεί να βοηθήσουν, ανάλογα με την ηλικία και τις προτιμήσεις του παιδιού.
4. Διατηρούμε μια σταθερή, χωρίς υπερβολικούς περιορισμούς διατροφική ρουτίνα.
Τα τακτικά γεύματα και σνακ βοηθούν το παιδί να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες πείνας και κορεσμού.
5. Δίνουμε το δικό μας παράδειγμα.
Όταν λέμε «Είχα μια δύσκολη μέρα και χρειάζομαι λίγη ξεκούραση», δείχνουμε ότι υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι να διαχειριζόμαστε τα συναισθήματά μας.
Πότε χρειάζεται βοήθεια από ειδικό;
Αν το παιδί παρουσιάζει συχνά επεισόδια κατά τα οποία αισθάνεται ότι χάνει τον έλεγχο του φαγητού, τρώει κρυφά, νιώθει έντονη ενοχή ή εμφανίζει σημαντικές αλλαγές στις διατροφικές του συνήθειες, είναι χρήσιμο να ζητήσουμε αξιολόγηση από παιδίατρο και κατάλληλα εξειδικευμένο επαγγελματία.
Το ίδιο ισχύει όταν η σχέση του με το φαγητό επηρεάζει την καθημερινότητά του ή συνοδεύεται από έντονη ψυχική δυσφορία. Η έγκαιρη υποστήριξη δεν χρειάζεται να περιμένει την εμφάνιση σοβαρού προβλήματος.
Η νέα έρευνα μάς υπενθυμίζει ότι η διατροφική συμπεριφορά των παιδιών δεν είναι ανεξάρτητη από τον συναισθηματικό τους κόσμο. Όμως δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζουμε κάθε γλυκό μετά από μια δύσκολη μέρα ως πρόβλημα.
Ο στόχος δεν είναι να μάθει το παιδί ότι το φαγητό δεν πρέπει ποτέ να του προσφέρει ευχαρίστηση ή παρηγοριά. Είναι να αναπτύξει και άλλους τρόπους να αναγνωρίζει, να εκφράζει και να διαχειρίζεται όσα αισθάνεται. Και σε αυτή τη διαδικασία, η παρουσία και η σύνδεση με τον γονιό μπορούν να αποτελέσουν πολύτιμη υποστήριξη.



