Η ανάγκη του παιδιού να ανήκει δεν είναι απλώς μια επιθυμία για παρέα ή κοινωνική αποδοχή. Είναι μια βαθιά ψυχική ανάγκη, να νιώθει ότι έχει θέση, ότι το βλέπουν, ότι το υπολογίζουν και ότι δεν χρειάζεται να αλλάξει τον εαυτό του για να γίνει αποδεκτό.
Ήδη από την κλασική θεωρητική διατύπωση των Baumeister και Leary, το “ανήκειν” περιγράφεται ως βασικό ανθρώπινο κίνητρο, συνδεδεμένο με τη συναισθηματική προσαρμογή και την ψυχική ευημερία. Για ένα παιδί, ένα βασικό ερώτημα είναι «χωράω εδώ όπως είμαι;».
Στην οικογένεια, στην τάξη, στην παρέα, το παιδί αναζητά σημάδια ότι η παρουσία του έχει αξία. Όταν αυτή η αίσθηση απουσιάζει, μπορεί να προσπαθεί διαρκώς να ταιριάξει και ίσως να προσπαθεί να κρύβει πλευρές του, να συμφωνεί ενώ δεν θέλει, να γίνεται πιο ήσυχο, πιο αστείο, πιο «εύκολο» με στόχο να γίνει πιο αποδεκτό από τους άλλους. Κάθε παιδί, μεγαλώνοντας, μαθαίνει να σχετίζεται, να συνεργάζεται και να λαμβάνει υπόψη του τους άλλους. Η δυσκολία αρχίζει όταν η προσαρμογή γίνεται απώλεια αυθεντικότητας, όταν το παιδί νιώθει ότι για να ανήκει πρέπει να απομακρυνθεί από αυτό που πραγματικά είναι.
Η σημασία του “ανήκειν” φαίνεται και σε σχετική έρευνα όπου έδειξε ότι υψηλότερη αίσθηση του ανήκειν στην εφηβεία συνδέεται με χαμηλότερα επίπεδα άγχους, κατάθλιψης και στρες στη νεαρή ενήλικη ζωή. Αυτό μας θυμίζει ότι το «να έχω θέση» δεν είναι δευτερεύον ζήτημα, αλλά προστατευτικός παράγοντας για την ανάπτυξη.
Ο γονιός δεν μπορεί πάντα να προστατεύσει το παιδί του από την απόρριψη, τη σύγκριση ή τη δυσκολία να ταιριάξει. Δεν μπορεί να ελέγξει κάθε κοινωνικό περιβάλλον, κάθε παρέα ή κάθε εμπειρία που θα το πληγώσει. Μπορεί όμως να γίνει ένας σταθερός τόπος αποδοχής, ένας άνθρωπος δίπλα στον οποίο το παιδί νιώθει ότι δεν χρειάζεται να κρύψει πλευρές του εαυτού του για να γίνει αποδεκτό. Μέσα από τη στάση του, την παρουσία του, μπορεί να του μεταφέρει την αίσθηση ότι είναι αποδεκτό όπως είναι, όταν χαίρεται, όταν δυσκολεύεται, όταν διαφέρει, όταν κάνει λάθη, όταν δεν ξέρει ακόμη ποιος είναι. Και αυτή η εμπειρία μπορεί να γίνει εσωτερικό στήριγμα, δηλαδή μια ήσυχη βεβαιότητα ότι η αξία του δεν εξαρτάται μόνο από το αν ταιριάζει με τους άλλους, αλλά και από το ότι μπορεί να παραμένει συνδεδεμένο με τον εαυτό του.
Και ίσως αυτό να είναι το πρώτο αίσθημα αποδοχής, που ξεκινάει από την οικογένεια και το παιδί αρχίζει σταδιακά να ανήκει όχι μόνο στους άλλους, αλλά και στον εαυτό του.








