Υπάρχουν παιδιά που δεν εκφράζουν τη δυσκολία τους με έντονες αντιδράσεις. Δεν ξεσπούν, δεν διαμαρτύρονται, δεν προκαλούν αναστάτωση. Συχνά φαίνονται ήρεμα, πρόθυμα και συνεργάσιμα. Αυτή η εικόνα μπορεί εύκολα να εκληφθεί ως ωριμότητα ή απλώς θεωρούνται ευκολά παιδιά.
Γράφει η Νίκη Τόλια, Ψυχολόγος
Κάποιες φορές, όμως, πρόκειται για έναν τρόπο προστασίας. Ορισμένα παιδιά μαθαίνουν από νωρίς να κρύβουν όσα νιώθουν, είτε για να προστατεύσουν τον εαυτό τους από κριτική ή απόρριψη, είτε για να προστατεύσουν τους άλλους, αποφεύγοντας να τους επιβαρύνουν με τη δική τους δυσκολία. Ένα παιδί, για παράδειγμα, μπορεί να βλέπει τους γονείς του ήδη πιεσμένους, κουρασμένους ή συναισθηματικά εξαντλημένους από άλλα προβλήματα και να σκέφτεται: «Δεν πρέπει να τους φορτώσω κι άλλο». Έτσι, μπορεί να σωπαίνει, όχι επειδή δεν έχει ανάγκη, αλλά επειδή προσπαθεί να μην τους προσθέσει βάρος.
Στην Προσωποκεντρική προσέγγιση, αυτή η σιωπή μπορεί να συνδέεται με εμπειρίες στις οποίες η αποδοχή βιώνεται υπό όρους όταν, δηλαδή, το παιδί νιώθει πως είναι «καλό» μόνο όταν δεν δυσκολεύει τους άλλους (Rogers, 1959). Σε τέτοιες συνθήκες, το παιδί ενδέχεται να απομακρύνει από την επίγνωσή του συναισθήματα όπως η λύπη, ο φόβος ή ο θυμός, προκειμένου να διατηρήσει τη σχέση και την αίσθηση ασφάλειας, καθώς αυτά τα δυσάρεστα συναισθήματα μπορεί να βιώνονται ως απειλητικά, τόσο για το ίδιο όσο και για τους άλλους γύρω του. Σταδιακά, μπορεί να διαμορφώσει την πεποίθηση ότι η ανάγκη για στήριξη αποτελεί βάρος για τους άλλους και έτσι να επιλέγει να μη μιλά. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η σιωπή δεν σημαίνει απουσία συναισθήματος, αλλά περιορισμό στην έκφραση του.
Η σιωπηλή δυσκολία συχνά γίνεται αντιληπτή μέσα από μικρές αλλά σταθερές ενδείξεις. Μπορεί να εκφράζεται με τελειοθηρία, υπερπροσαρμοστικότητα, αποφυγή διαφωνιών ή κοινωνική απόσυρση. Συχνά παρατηρείται δυσκολία στην ονομασία των συναισθημάτων, αλλά και στην αναζήτηση βοήθειας, ακόμη και όταν το παιδί τη χρειάζεται. Η θεωρία δεσμού του Bowlby (1969) μας βοηθά να κατανοήσουμε ότι ο τρόπος με τον οποίο το παιδί σχετίζεται με τα συναισθήματα του διαμορφώνεται μέσα από τις πρώιμες σχέσεις φροντίδας. Όταν ο ενήλικας ανταποκρίνεται με συνέπεια, διαθεσιμότητα και συναισθηματική ασφάλεια, το παιδί νιώθει ότι μπορεί να μιλήσει χωρίς να κινδυνεύει να απορριφθεί ή να επιβαρύνει. Όταν, αντίθετα, η ανταπόκριση είναι ασταθής, απορριπτική ή περιορισμένη, το παιδί μπορεί να μάθει ότι είναι ασφαλέστερο να μη μιλά για όσα νιώθει και να κρατά τη δυσκολία του μέσα του.
Η αναγνώριση αυτής της σιωπηλής δυσκολίας δεν απαιτεί πίεση, ούτε επίμονες ερωτήσεις. Απαιτεί παρουσία, διαθεσιμότητα και μια σχέση στην οποία το παιδί θα νιώσει ότι χωρούν και τα δύσκολα συναισθήματά του. Μέσα από αυθεντική επαφή, ενσυναίσθηση και χώρο για έκφραση, μπορεί σταδιακά να ανακαλύψει ότι δεν χρειάζεται πια να κουβαλά μόνο του όσα το βαραίνουν.
Βιβλιογραφία
Bowlby, J. (1969). Attachment and loss: Vol. 1. Attachment. Basic Books.
Rogers, C. R. (1961). On becoming a person: A therapist’s view of psychotherapy. Houghton Mifflin.








