Πολλοί γονείς ανησυχούν όταν το παιδί τους φαίνεται να ζητά διαρκώς εγγύτητα και επαφή. Ωστόσο, αυτή η συμπεριφορά δεν είναι απαραίτητα προβληματική.
Η θεωρία προσκόλλησης υποστηρίζει ότι τα παιδιά έχουν έμφυτη ανάγκη να βρίσκονται κοντά στον βασικό φροντιστή τους, ιδιαίτερα σε στιγμές στρες ή αβεβαιότητας. Η Ainsworth και οι συνεργάτες της περιέγραψαν τον φροντιστή ως «ασφαλή βάση», από την οποία το παιδί ξεκινά και επιστρέφει κατά την εξερεύνηση του περιβάλλοντος.
Η αναζήτηση εγγύτητας ενεργοποιεί το «σύστημα προσκόλλησης», έναν βασικό μηχανισμό συναισθηματικής ρύθμισης. Όταν το παιδί αισθάνεται ασφαλές, είναι πιο πιθανό να απομακρυνθεί και να εξερευνήσει το περιβάλλον του. Επομένως, η έντονη ανάγκη για παρουσία του γονέα δεν αποτελεί ένδειξη εξάρτησης, αλλά φυσιολογικό στοιχείο της ανάπτυξης.
Τι είναι το άγχος αποχωρισμού;
Όταν όμως η ανάγκη αυτή γίνεται ιδιαίτερα έντονη, κυρίως σε καταστάσεις αποχωρισμού π.χ. έντονο κλάμα, δυσκολία ηρεμίας, άρνηση απομάκρυνσης, τότε μπορεί να σχετίζεται με άγχος αποχωρισμού. Το άγχος αποχωρισμού αποτελεί αναπτυξιακά αναμενόμενο φαινόμενο σε συγκεκριμένες ηλικίες, ιδιαίτερα μεταξύ 12 και 18 μηνών, αλλά μπορεί να επανεμφανιστεί σε περιόδους αλλαγών ή αυξημένου στρες.
Η γονεϊκή ανταπόκριση παίζει καθοριστικό ρόλο.
Η ευαισθησία, η συνέπεια και η συναισθηματική διαθεσιμότητα του φροντιστή συνδέονται με την ανάπτυξη ασφαλούς προσκόλλησης, η οποία σχετίζεται με καλύτερη αυτορρύθμιση και ψυχοκοινωνική προσαρμογή. Παράλληλα, πρακτικές όπως οι σταθερές ρουτίνες αποχωρισμού, η προετοιμασία του παιδιού και η σταδιακή ενίσχυση της αυτονομίας μπορούν να συμβάλουν στη μείωση της έντασης των αντιδράσεων.
Συνολικά, η έντονη ανάγκη του παιδιού για εγγύτητα αποτελεί έναν τρόπο επικοινωνίας της ανάγκης του για ασφάλεια. Ο τρόπος με τον οποίο ανταποκρίνεται ο γονιός συμβάλλει ουσιαστικά στη διαμόρφωση ενός σταθερού και υγιούς συναισθηματικού δεσμού, που θα το συνοδεύει σε όλη του τη ζωή και θα επηρεάσει τις ενήλικες σχέσεις του.



