Ο διαδικτυακός σεξουαλικός εκβιασμός, γνωστός ως sextortion, αποτελεί μια σοβαρή απειλή για τους εφήβους. Μια τραγική ιστορία αναδεικνύει γιατί η πρόληψη δεν αρχίζει από τις απαγορεύσεις, αλλά από την εμπιστοσύνη ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά.
«Αν κάποιος σε απειλήσει στο διαδίκτυο, θέλω να μου το πεις».
Είναι μια φράση που ίσως χρειάζεται να πούμε στα παιδιά μας πολύ πριν συμβεί οτιδήποτε. Όχι όταν ανακαλύψουμε ένα ύποπτο μήνυμα. Όχι όταν δούμε κάτι που μας ανησυχεί στο κινητό τους. Όχι όταν το παιδί έχει ήδη φοβηθεί τόσο πολύ, ώστε να μην ξέρει πού να απευθυνθεί. Αλλά σε μια ήρεμη στιγμή, μέσα στην καθημερινότητά μας.
Γιατί υπάρχουν διαδικτυακοί κίνδυνοι που δεν αντιμετωπίζονται μόνο με γονικούς ελέγχους, περιορισμούς και κανόνες Χρειάζονται κάτι ακόμη πιο ουσιαστικό: ένα παιδί που γνωρίζει ότι μπορεί να ζητήσει βοήθεια, ακόμη κι αν έχει κάνει κάτι που φοβάται να μας αποκαλύψει.
Η ιστορία ενός 17χρονου που συγκλόνισε μια οικογένεια
Σε συνέντευξη που δημοσιεύθηκε στη βρετανική εφημερίδα The Guardian τον Οκτώβριο του 2026, ένας πατέρας μίλησε για την απώλεια του 17χρονου γιου του, ο οποίος είχε βρεθεί αντιμέτωπος με διαδικτυακό σεξουαλικό εκβιασμό.
Η ιστορία της οικογένειας αναδεικνύει μια μορφή ψηφιακής κακοποίησης που μπορεί να εξελιχθεί με τρομακτική ταχύτητα. Ο δράστης μπορεί να προσεγγίσει έναν έφηβο μέσα από ένα κοινωνικό δίκτυο, μια εφαρμογή ανταλλαγής μηνυμάτων ή μια πλατφόρμα παιχνιδιών.
Να προσποιηθεί ότι είναι συνομήλικος. Να δημιουργήσει μια αίσθηση οικειότητας. Και στη συνέχεια να χρησιμοποιήσει προσωπικές εικόνες, πραγματικές ή κατασκευασμένες, για να τον απειλήσει.
Η απειλή είναι συνήθως συγκεκριμένη: ότι το υλικό θα σταλεί σε φίλους, συμμαθητές ή μέλη της οικογένειας, αν το παιδί δεν ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του εκβιαστή. Αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν χρήματα, επιπλέον εικόνες ή άλλες ενέργειες. Για έναν ενήλικα, η κατάσταση μπορεί να μοιάζει με ένα διαδικτυακό έγκλημα που χρειάζεται καταγγελία. Για έναν έφηβο, όμως, μπορεί να μοιάζει με την απόλυτη κοινωνική καταστροφή. Και αυτός ο φόβος είναι ακριβώς το εργαλείο που χρησιμοποιούν οι δράστες.
Τι είναι το sextortion;
Ο όρος sextortion περιγράφει τον σεξουαλικό εκβιασμό, όταν κάποιος απειλεί να δημοσιοποιήσει ή να διακινήσει προσωπικό, συχνά σεξουαλικό, υλικό για να εξαναγκάσει ένα άλλο άτομο να κάνει κάτι. Στην περίπτωση των ανηλίκων, η κατάσταση είναι ιδιαίτερα σοβαρή, καθώς συνιστά μορφή σεξουαλικής εκμετάλλευσης και κακοποίησης.
Ο εκβιασμός δεν προϋποθέτει ότι το παιδί έχει στείλει οικειοθελώς κάποια φωτογραφία. Το υλικό μπορεί να έχει αποκτηθεί με εξαπάτηση, να έχει κλαπεί ή ακόμη και να έχει δημιουργηθεί με τεχνητή νοημοσύνη. Επομένως, το μήνυμα προς τα παιδιά δεν πρέπει να περιορίζεται στο «μη στέλνεις φωτογραφίες». Χρειάζεται να είναι πολύ πιο σαφές: «Αν κάποιος χρησιμοποιήσει μια εικόνα σου για να σε απειλήσει, δεν ευθύνεσαι εσύ για τον εκβιασμό».
Γιατί οι έφηβοι δυσκολεύονται τόσο πολύ να ζητήσουν βοήθεια;
Στην εφηβεία, η αποδοχή από τους συνομηλίκους αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η εικόνα που έχουν οι φίλοι για εμάς, η θέση μας στην ομάδα και η αίσθηση ότι ανήκουμε μπορούν να επηρεάζουν έντονα τη συναισθηματική μας ζωή.
Ένας έφηβος που δέχεται απειλές μπορεί να σκέφτεται:
«Τι θα γίνει αν το δουν όλοι;» «Πώς θα πάω αύριο στο σχολείο;» «Τι θα πουν οι φίλοι μου;» «Οι γονείς μου θα θυμώσουν». «Θα μου πάρουν το κινητό». «Θα πιστέψουν ότι φταίω εγώ».
Όταν ο φόβος της αποκάλυψης συνδυάζεται με την ντροπή, το παιδί μπορεί να αισθανθεί παγιδευμένο. Οι δράστες εκμεταλλεύονται ακριβώς αυτή την αίσθηση απομόνωσης. Γι’ αυτό και η σημαντικότερη προστασία δεν είναι μόνο να γνωρίζει το παιδί τι πρέπει να αποφεύγει. Είναι να γνωρίζει ότι η αποκάλυψη ενός προβλήματος δεν θα του στερήσει την αγάπη, τον σεβασμό και την υποστήριξη των γονιών του.
Η φράση που χρειάζεται να ακούσει κάθε έφηβος
Μπορούμε να πούμε στο παιδί μας: «Θέλω να ξέρεις κάτι πολύ σημαντικό. Αν κάποιος σε απειλήσει στο διαδίκτυο, αν σου ζητήσει χρήματα, αν έχει κάποια φωτογραφία σου ή αν σε κάνει να αισθανθείς ότι δεν υπάρχει διέξοδος, θέλω να έρθεις σε μένα. Ακόμη κι αν έχεις κάνει κάτι που πιστεύεις ότι δεν θα μου αρέσει. Μπορεί να ανησυχήσω. Μπορεί να χρειαστούμε βοήθεια. Αλλά δεν θα σε αφήσω να το αντιμετωπίσεις μόνος σου».
Αυτή η συζήτηση δεν χρειάζεται να γίνει με δραματικό τρόπο. Ούτε να τρομάξουμε το παιδί παρουσιάζοντας το διαδίκτυο ως έναν χώρο γεμάτο κινδύνους. Χρειάζεται απλώς να δημιουργήσουμε ένα ξεκάθαρο πλαίσιο ασφάλειας.
Τι πρέπει να κάνει ένας έφηβος αν κάποιος τον εκβιάζει online;
Οι γονείς μπορούν να συζητήσουν εκ των προτέρων με τα παιδιά ορισμένα βασικά βήματα.
1. Να μην πληρώσει και να μη στείλει επιπλέον υλικό.
Η πληρωμή ή η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις δεν εγγυάται ότι ο εκβιαστής θα σταματήσει. Συχνά οι απαιτήσεις συνεχίζονται.
2. Να μη διαπραγματευτεί μόνος του με τον δράστη.
Δεν χρειάζεται να προσπαθήσει να πείσει τον εκβιαστή να σταματήσει ούτε να αναλάβει μόνο του τη διαχείριση.
3. Να ενημερώσει αμέσως έναν έμπιστο ενήλικα.
Ιδανικά έναν γονιό. Αν αυτό δεν είναι εφικτό, έναν εκπαιδευτικό, έναν σχολικό ψυχολόγο ή άλλον ενήλικα που μπορεί να προσφέρει ουσιαστική βοήθεια.
4. Να διατηρήσει τα στοιχεία της απειλής με ασφαλή τρόπο.
Μπορούν να καταγραφούν τα ονόματα λογαριασμών, οι σύνδεσμοι, οι ημερομηνίες και τα μηνύματα απειλής. Δεν πρέπει όμως να γίνεται λήψη, αποθήκευση ή περαιτέρω διακίνηση σεξουαλικών εικόνων ανηλίκων ως «αποδεικτικών στοιχείων». Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να καθοδηγήσουν την οικογένεια.
5. Να γίνει αναφορά στην πλατφόρμα και στις αρμόδιες αρχές.
Οι λογαριασμοί που χρησιμοποιούνται για εκβιασμό πρέπει να αναφέρονται. Μετά τη διατήρηση των αναγκαίων στοιχείων, μπορεί να γίνει αποκλεισμός της επικοινωνίας σύμφωνα με τις οδηγίες των αρμόδιων υπηρεσιών.
Πώς πρέπει να αντιδράσουμε αν το παιδί μας αποκαλύψει ότι εκβιάζεται;
Η πρώτη μας αντίδραση μπορεί να καθορίσει πολλά. Αν το παιδί μάς μιλήσει, είναι πιθανό να αισθανθούμε θυμό, φόβο ή πανικό. Όμως εκείνη τη στιγμή χρειάζεται να θυμόμαστε κάτι: Το παιδί βρίσκεται ήδη σε μια κατάσταση έντονης πίεσης. Δεν χρειάζεται να διαχειριστεί και τη δική μας συναισθηματική έκρηξη. Στη συνέχεια, χρειάζεται να δράσουμε άμεσα και ψύχραιμα. Να ακούσουμε τι έχει συμβεί, να μην ανακρίνουμε το παιδί, να αναζητήσουμε τη βοήθεια των αρμόδιων αρχών και να φροντίσουμε για την ψυχολογική του υποστήριξη, εφόσον χρειάζεται.

Πού μπορούν να απευθυνθούν οι οικογένειες στην Ελλάδα;
Στην Ελλάδα, οι γονείς μπορούν να αναζητήσουν βοήθεια από τη Διεύθυνση Δίωξης Κυβερνοεγκλήματος της Ελληνικής Αστυνομίας. Για αναφορές και καθοδήγηση υπάρχουν επίσης οι υπηρεσίες του Ελληνικού Κέντρου Ασφαλούς Διαδικτύου, όπως η SafeLine και η γραμμή Help-line.
Αν το παιδί βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο, χρειάζεται άμεση επικοινωνία με τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης. Αν έχει εκφράσει σκέψεις αυτοτραυματισμού ή αυτοκτονίας, δεν πρέπει να μείνει μόνο του μέχρι να εξασφαλιστεί η κατάλληλη επείγουσα βοήθεια. Η συναισθηματική ασφάλεια του παιδιού αποτελεί προτεραιότητα.
Η ψηφιακή ασφάλεια αρχίζει πριν αποκτήσει το παιδί το πρώτο του κινητό
Η πρόληψη δεν είναι μια συζήτηση που κάνουμε μία φορά. Χτίζεται σταδιακά όταν μιλάμε για την ιδιωτικότητα, όταν εξηγούμε τι σημαίνει συναίνεση, όταν συζητάμε για τις διαδικτυακές γνωριμίες και όταν μαθαίνουμε στα παιδιά ότι δεν είναι υποχρεωμένα να απαντούν σε μηνύματα που τα κάνουν να αισθάνονται άβολα. Και, κυρίως, όταν τους δείχνουμε ότι μπορούν να μας μιλήσουν για κάτι δύσκολο χωρίς να τα ταπεινώσουμε.
Δεν μπορούμε να ελέγξουμε κάθε μήνυμα που θα λάβει ένα παιδί. Ούτε να προβλέψουμε κάθε κίνδυνο. Μπορούμε, όμως, να καλλιεργήσουμε μια σχέση στην οποία το παιδί δεν θα χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στο να προστατεύσει τον εαυτό του και στο να αποφύγει την αντίδρασή μας.
Ένας έφηβος μπορεί να κάνει λάθος. Μπορεί να εμπιστευτεί κάποιον που δεν γνωρίζει. Μπορεί να στείλει μια φωτογραφία χωρίς να σκεφτεί τις συνέπειες. Μπορεί να πιστέψει ότι μιλά με έναν συνομήλικό του, ενώ στην πραγματικότητα επικοινωνεί με έναν ενήλικα που προσπαθεί να τον εξαπατήσει. Τίποτα από αυτά δεν δίνει σε κάποιον το δικαίωμα να τον εκβιάσει. Και τίποτα από αυτά δεν σημαίνει ότι το παιδί πρέπει να αντιμετωπίσει μόνο του τις συνέπειες. Η ευθύνη για τον εκβιασμό ανήκει στον δράστη. Η δική μας ευθύνη είναι να δημιουργούμε τις προϋποθέσεις ώστε το παιδί να αισθάνεται ασφαλές να ζητήσει βοήθεια.



