Μια μητέρα περιγράφει πώς συνειδητοποίησε ότι περνούσε τόσο χρόνο στα social media, ώστε έχανε μικρές στιγμές από την καθημερινότητα των παιδιών της. Η προσωπική της ιστορία ανοίγει μια συζήτηση που αφορά πολλούς σύγχρονους γονείς: Πόσο παρόντες είμαστε πραγματικά όταν βρισκόμαστε μαζί με τα παιδιά μας;
Υπάρχει μια εικόνα που πιθανότατα θα αναγνωρίσουν πολλοί γονείς. Το παιδί παίζει δίπλα μας. Εμείς καθόμαστε στον καναπέ, κρατώντας το κινητό. Δεν κάνουμε κάτι ιδιαίτερο. Ίσως κοιτάζουμε ένα μήνυμα, βλέπουμε μερικά stories ή απαντάμε σε μια ειδοποίηση. Το παιδί μάς λέει κάτι. «Μισό λεπτό», απαντάμε. Ύστερα μας ξαναμιλά. «Ναι, σε ακούω». Μόνο που στην πραγματικότητα η προσοχή μας είναι μοιρασμένη.
Δεν πρόκειται απαραίτητα για αδιαφορία. Ούτε σημαίνει ότι δεν αγαπάμε ή δεν φροντίζουμε τα παιδιά μας. Είναι μια συνήθεια που έχει ενσωματωθεί τόσο πολύ στην καθημερινότητά μας, ώστε συχνά δεν αντιλαμβανόμαστε πόσο χώρο καταλαμβάνει. Μια προσωπική μαρτυρία που δημοσιεύθηκε πρόσφατα έρχεται να μας θυμίσει πόσο εύκολα μπορεί να συμβεί αυτό.
Η Emma Roberts, μητέρα δύο παιδιών, περιγράφει πώς αποφάσισε να διαγράψει το Instagram και τις υπόλοιπες εφαρμογές κοινωνικής δικτύωσης από το προσωπικό της κινητό. Η αφορμή ήταν μια στιγμή με τη μεγαλύτερη κόρη της. Το κορίτσι μιμήθηκε τη μητέρα του κρατώντας δύο κινητά, ένα σε κάθε αυτί. Η εικόνα αυτή έκανε τη Roberts να αναρωτηθεί τι παράδειγμα έδινε στα παιδιά της.
Εργαζόταν στον χώρο του marketing, οπότε η απομάκρυνση από τα social media δεν ήταν αυτονόητη επιλογή. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας μετά τη γέννηση του δεύτερου παιδιού της, αποφάσισε να δοκιμάσει μια διαφορετική καθημερινότητα. Διέγραψε τις εφαρμογές κοινωνικής δικτύωσης και κράτησε μόνο τα βασικά εργαλεία επικοινωνίας. Όπως περιγράφει, άρχισε να διαβάζει περισσότερο, να συναντά φίλους και να αφιερώνει περισσότερο χρόνο στην οικογένειά της. Το σημαντικότερο, όμως, ήταν ότι αισθάνθηκε περισσότερο παρούσα στη ζωή των παιδιών της. Η ιστορία της δεν αποτελεί επιστημονική μελέτη. Είναι μια προσωπική εμπειρία. Ωστόσο, αναδεικνύει ένα ερώτημα που αξίζει να απασχολήσει κάθε οικογένεια.
Όταν είμαστε δίπλα στο παιδί, αλλά όχι πραγματικά διαθέσιμοι
Στην επιστημονική βιβλιογραφία χρησιμοποιείται ο όρος parental phubbing για να περιγράψει τις περιπτώσεις στις οποίες ο γονιός αγνοεί ή διακόπτει την αλληλεπίδραση με το παιδί επειδή ασχολείται με το κινητό του. Δεν αφορά απαραίτητα πολύωρη χρήση. Μπορεί να εμφανίζεται μέσα από μικρές, επαναλαμβανόμενες διακοπές. Μια ειδοποίηση κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού. Ένα μήνυμα την ώρα που το παιδί περιγράφει κάτι από το σχολείο. Ένα γρήγορο scrolling ενώ τρώμε μαζί.
Η έρευνα έχει εξετάσει πώς αυτές οι διακοπές μπορεί να σχετίζονται με την ποιότητα της επικοινωνίας και τη συμπεριφορά των παιδιών. Ωστόσο, χρειάζεται προσοχή: δεν σημαίνει ότι κάθε χρήση κινητού βλάπτει τη σχέση γονιού και παιδιού, ούτε ότι η συσκευή αποτελεί τη μοναδική αιτία μιας δυσκολίας. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι πόσο συχνά η τεχνολογία διακόπτει τη μεταξύ μας σύνδεση.
Η γονεϊκή παρουσία δεν σημαίνει ότι πρέπει να κοιτάζουμε συνεχώς το παιδί, να συμμετέχουμε σε κάθε παιχνίδι του ή να είμαστε διαθέσιμοι κάθε στιγμή. Τα παιδιά χρειάζονται επίσης χώρο για ανεξάρτητο παιχνίδι, εξερεύνηση και αυτονομία. Και οι γονείς χρειάζονται προσωπικό χρόνο, ξεκούραση, επικοινωνία με άλλους ενήλικες και στιγμές που δεν περιστρέφονται γύρω από τις ανάγκες των παιδιών.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι ένας γονιός κοιτάζει το κινητό του. Το πρόβλημα μπορεί να δημιουργείται όταν η χρήση του γίνεται τόσο αυτόματη, ώστε δυσκολευόμαστε να αντιληφθούμε πότε το παιδί μάς χρειάζεται πραγματικά. Όταν, δηλαδή, το κινητό δεν αποτελεί μια συνειδητή επιλογή, αλλά την προεπιλεγμένη απάντηση σε κάθε μικρό κενό της ημέρας.
Τι μαθαίνουν τα παιδιά παρατηρώντας μας;
Η Emma Roberts περιγράφει και μια δεύτερη αλλαγή που παρατήρησε μετά την απομάκρυνσή της από τα social media. Η κόρη της άρχισε να τη μιμείται ενώ διάβαζε βιβλία, αντί να την αντιγράφει κρατώντας κινητά. Το παράδειγμα αυτό δείχνει κάτι που γνωρίζουμε καλά στη γονεϊκότητα. Τα παιδιά δεν μαθαίνουν μόνο από όσα τους λέμε. Μαθαίνουν παρατηρώντας πώς ζούμε.
Όταν τους ζητάμε να περιορίσουν τις οθόνες, αλλά εμείς ελέγχουμε διαρκώς το κινητό μας, το μήνυμα γίνεται αντιφατικό. Αντίθετα, όταν μας βλέπουν να αφήνουμε συνειδητά τη συσκευή για να συζητήσουμε, να διαβάσουμε ή να κάνουμε κάτι μαζί, αποκτούν ένα διαφορετικό παράδειγμα ψηφιακής συμπεριφοράς. Και αυτό δεν χρειάζεται να γίνει με τελειότητα, αλλά με συνέπεια.
Πώς μπορούμε να αλλάξουμε τη σχέση μας με το κινητό;
Δεν είναι απαραίτητο να διαγράψουμε το Instagram ή να εγκαταλείψουμε τα social media. Για πολλούς γονείς, άλλωστε, το κινητό αποτελεί και εργαλείο δουλειάς. Μπορούμε, όμως, να ξεκινήσουμε με μικρές αλλαγές.
Να δημιουργήσουμε στιγμές χωρίς ειδοποιήσεις. Το οικογενειακό γεύμα, η ώρα του ύπνου ή τα πρώτα λεπτά μετά την επιστροφή από το σχολείο μπορούν να γίνουν στιγμές στις οποίες αφήνουμε συνειδητά το κινητό στην άκρη.
Να ξεχωρίζουμε την εργασία από την αυτόματη χρήση. Είναι διαφορετικό να απαντάμε σε ένα επαγγελματικό μήνυμα και διαφορετικό να ανοίγουμε ασυναίσθητα μια εφαρμογή επειδή βαρεθήκαμε.
Να εξηγούμε στα παιδιά τι κάνουμε. Αν χρειάζεται να ασχοληθούμε με κάτι επείγον, μπορούμε να πούμε: «Θα απαντήσω σε αυτό το μήνυμα και μετά θα σε ακούσω».
Να παρατηρούμε πότε πιάνουμε το κινητό. Συχνά το χρησιμοποιούμε όταν είμαστε κουρασμένοι, αγχωμένοι ή αναζητούμε ένα μικρό διάλειμμα. Η αναγνώριση αυτής της ανάγκης μπορεί να μας βοηθήσει να βρούμε και άλλους τρόπους ξεκούρασης.
Να επιστρέφουμε στη σύνδεση. Αν το παιδί χρειάστηκε να μας μιλήσει πολλές φορές μέχρι να το ακούσουμε, μπορούμε απλώς να το αναγνωρίσουμε: «Συγγνώμη, είχα απορροφηθεί. Τώρα σε ακούω».
Οι σύγχρονοι γονείς προσπαθούμε να ανταποκριθούμε σε πολλές απαιτήσεις ταυτόχρονα. Εργασία, σπίτι, παιδιά, προσωπικές σχέσεις, οικονομικές υποχρεώσεις. Και συχνά όλα αυτά περνούν μέσα από την ίδια μικρή οθόνη. Η λύση δεν είναι να απαιτήσουμε από τον εαυτό μας απόλυτη ψηφιακή αποχή. Είναι να αποκτήσουμε μεγαλύτερη επίγνωση του τρόπου με τον οποίο χρησιμοποιούμε την τεχνολογία. Να μπορούμε να επιλέγουμε πότε τη χρειαζόμαστε και πότε θέλουμε να την αφήσουμε.
Μερικές φορές θα αποσπαστούμε. Μερικές φορές θα χρειαστεί να κοιτάξουμε το κινητό. Και άλλες φορές θα καταφέρουμε να το αφήσουμε στην άκρη και να δώσουμε την προσοχή μας σε αυτό που συμβαίνει μπροστά μας.
Τα παιδιά δεν χρειάζονται έναν γονιό που δεν αποσπάται ποτέ. Χρειάζονται έναν γονιό που μπορεί να αναγνωρίζει πότε έχει απομακρυνθεί και να επιστρέφει στη σύνδεση.



