Παιδική σωματική κακοποίηση: Νέα έρευνα αποκαλύπτει ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος βρίσκεται συχνά μέσα στο σπίτι

Μια μεγάλη έρευνα φέρνει στο φως μια δύσκολη πραγματικότητα: η σωματική κακοποίηση των παιδιών προέρχεται πολύ συχνά από ανθρώπους του στενού οικογενειακού τους περιβάλλοντος. Τα ευρήματα αναδεικνύουν την ανάγκη για πρόληψη, έγκαιρη αναγνώριση της βίας και ουσιαστική υποστήριξη των οικογενειών.

Όταν μιλάμε στα παιδιά για την ασφάλειά τους, συχνά εστιάζουμε στους κινδύνους που μπορεί να συναντήσουν έξω από το σπίτι. Τους μαθαίνουμε να προσέχουν τους αγνώστους, να ζητούν βοήθεια όταν αισθάνονται άβολα και να μας ενημερώνουν όταν κάποιος τα τρομάζει. Υπάρχει, όμως, μια πραγματικότητα που είναι πολύ πιο δύσκολο να συζητήσουμε. Για αρκετά παιδιά που βιώνουν σωματική κακοποίηση, ο άνθρωπος που τα πληγώνει δεν είναι κάποιος άγνωστος. Είναι ένα πρόσωπο από το οικογενειακό τους περιβάλλον.

Αυτό αναδεικνύει νέα έρευνα του Πανεπιστημίου Curtin στην Αυστραλία, η οποία βασίστηκε σε στοιχεία από τη μεγάλη εθνική μελέτη Australian Child Maltreatment Study. Τα ευρήματα υπογραμμίζουν ότι η προστασία των παιδιών δεν μπορεί να περιορίζεται στην ενημέρωσή τους για τους εξωτερικούς κινδύνους. Χρειάζεται να ξεκινά και από τις σχέσεις που δημιουργούμε μέσα στην οικογένεια.

Τι έδειξε η αυστραλιανή έρευνα

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, στο 85% των περιπτώσεων σωματικής κακοποίησης που αναφέρθηκαν, εμπλέκονταν μέλη της οικογένειας. Αντίθετα, το 4% των περιπτώσεων αφορούσε αποκλειστικά πρόσωπα σε ιδρυματικά ή οργανωμένα περιβάλλοντα, ενώ στο 5% αναφέρθηκαν τόσο οικογενειακά όσο και τέτοια πρόσωπα.

Ένα ακόμη ανησυχητικό εύρημα ήταν ότι πολλές από αυτές τις εμπειρίες ξεκινούσαν πριν από την ηλικία των δέκα ετών.

Η έρευνα κατέγραψε επίσης ότι περίπου ένας στους τέσσερις νέους ηλικίας 16–24 ετών ανέφερε ότι είχε βιώσει σωματική κακοποίηση από μέλος της οικογένειάς του κατά την παιδική ηλικία.

Τα στοιχεία αφορούν την Αυστραλία και δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτούσια στην ελληνική πραγματικότητα. Αναδεικνύουν, ωστόσο, ένα σημαντικό ζήτημα παιδικής προστασίας.

Όταν η βία παρουσιάζεται ως πειθαρχία

Μία από τις μεγαλύτερες δυσκολίες στην αντιμετώπιση της σωματικής κακοποίησης είναι ότι ορισμένες βίαιες συμπεριφορές εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται ως αποδεκτές μορφές διαπαιδαγώγησης.

Φράσεις όπως «ένα χαστούκι δεν έβλαψε κανέναν» ή «έτσι μεγαλώσαμε κι εμείς» μπορεί να χρησιμοποιούνται για να δικαιολογήσουν τη σωματική τιμωρία. Όμως, η πειθαρχία και η βία δεν είναι το ίδιο πράγμα.

Η πειθαρχία έχει ως στόχο να βοηθήσει το παιδί να κατανοήσει τα όρια, να αναπτύξει αυτοέλεγχο και να μάθει να αναλαμβάνει ευθύνη για τη συμπεριφορά του. Η σωματική τιμωρία βασίζεται στην πρόκληση πόνου ή φόβου. Μπορεί να σταματήσει προσωρινά μια ανεπιθύμητη συμπεριφορά, αλλά δεν διδάσκει απαραίτητα στο παιδί τι θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά.

Η διεθνής επιστημονική βιβλιογραφία συνδέει τη σωματική τιμωρία με αυξημένο κίνδυνο δυσκολιών στη συμπεριφορά και στην ψυχική υγεία των παιδιών. Το γεγονός ότι μια πρακτική ήταν διαδεδομένη σε προηγούμενες γενιές δεν σημαίνει ότι είναι και κατάλληλη.

Το σπίτι χρειάζεται να είναι χώρος ασφάλειας

Για ένα παιδί, το σπίτι είναι συνήθως το πρώτο περιβάλλον μέσα στο οποίο μαθαίνει τι σημαίνουν εμπιστοσύνη, προστασία και συναισθηματική ασφάλεια. Οι γονείς και οι υπόλοιποι φροντιστές αποτελούν τα πρόσωπα στα οποία στρέφεται όταν φοβάται, όταν πονά ή όταν χρειάζεται βοήθεια. Όταν, όμως, ένα παιδί βιώνει βία από κάποιο από αυτά τα πρόσωπα, δημιουργείται μια ιδιαίτερα δύσκολη αντίφαση. Ο άνθρωπος από τον οποίο περιμένει προστασία μπορεί να είναι και εκείνος που προκαλεί τον φόβο του. Αυτό μπορεί να επηρεάσει την εμπιστοσύνη του παιδιού, την εικόνα που σχηματίζει για τον εαυτό του και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τις σχέσεις.

Οι συνέπειες δεν είναι ίδιες για όλα τα παιδιά. Επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες, όπως η διάρκεια και η σοβαρότητα της κακοποίησης, η ηλικία του παιδιού και η ύπαρξη άλλων ασφαλών, υποστηρικτικών σχέσεων. Η έκθεση στη βία δεν καθορίζει αναπόφευκτα τη μελλοντική ζωή ενός παιδιού. Η έγκαιρη προστασία και η κατάλληλη υποστήριξη μπορούν να κάνουν ουσιαστική διαφορά.

Γιατί τα παιδιά δεν μιλούν πάντα;

Ένα παιδί που βιώνει κακοποίηση μπορεί να δυσκολεύεται να περιγράψει αυτό που συμβαίνει. Μπορεί να φοβάται τις συνέπειες, να πιστεύει ότι ευθύνεται το ίδιο ή και να αισθάνεται ενοχές επειδή αγαπά το πρόσωπο που το πληγώνει. Ή να μην έχει ακόμη τις λέξεις για να εξηγήσει την εμπειρία του.

Ορισμένα παιδιά μπορεί να θεωρούν τη βία φυσιολογική, επειδή είναι μέρος της καθημερινότητάς τους. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να μην περιμένουμε πάντοτε μια ξεκάθαρη αποκάλυψη. Επίμονες αλλαγές στη συμπεριφορά, έντονος φόβος απέναντι σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ανεξήγητοι τραυματισμοί ή ξαφνική απόσυρση μπορεί να αποτελούν λόγους ανησυχίας.

Κανένα από αυτά τα σημάδια δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι ένα παιδί κακοποιείται. Όταν όμως υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις, χρειάζεται προσεκτική και έγκαιρη διερεύνηση από κατάλληλους επαγγελματίες.

Τι χρειάζεται να κάνουμε όταν ένα παιδί μάς μιλήσει για βία;

Η πρώτη μας αντίδραση έχει ιδιαίτερη σημασία. Αν ένα παιδί μάς αποκαλύψει ότι κάποιος το έχει χτυπήσει ή το έχει κακοποιήσει, χρειάζεται πρώτα να αισθανθεί ότι το ακούμε και ότι παίρνουμε σοβαρά όσα μας λέει. Δεν χρειάζεται να το πιέσουμε με επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις ή να προσπαθήσουμε να διεξαγάγουμε τη δική μας έρευνα. Είναι προτιμότερο να ακούσουμε με ηρεμία, χωρίς να υποβάλουμε απαντήσεις, και να απευθυνθούμε στις αρμόδιες υπηρεσίες παιδικής προστασίας. Εξίσου σημαντικό είναι να μη δώσουμε υποσχέσεις απόλυτης μυστικότητας, όταν η ασφάλεια του παιδιού απαιτεί παρέμβαση. Η προτεραιότητα είναι πάντοτε η προστασία του.

Η πρόληψη δεν αφορά μόνο τους γονείς

Τα ευρήματα της αυστραλιανής μελέτης αναδεικνύουν και μια ευρύτερη κοινωνική ευθύνη. Η πρόληψη της παιδικής κακοποίησης δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην προσδοκία ότι κάθε οικογένεια θα καταφέρει μόνη της να αντιμετωπίσει όλες τις δυσκολίες. Οι γονείς χρειάζονται πρόσβαση σε ενημέρωση, υπηρεσίες ψυχικής υγείας και ουσιαστική υποστήριξη όταν αντιμετωπίζουν σοβαρό στρες ή δυσκολίες στη διαχείριση του θυμού.

Τα σχολεία χρειάζονται εκπαιδευμένους επαγγελματίες που μπορούν να αναγνωρίζουν ενδείξεις κακοποίησης και να ανταποκρίνονται με ασφάλεια. Οι υπηρεσίες παιδικής προστασίας χρειάζονται επαρκείς πόρους και δυνατότητα έγκαιρης παρέμβασης. Και τα παιδιά χρειάζεται να γνωρίζουν ότι υπάρχουν ασφαλείς ενήλικες στους οποίους μπορούν να απευθυνθούν, ακόμη κι όταν το πρόβλημα βρίσκεται μέσα στο ίδιο τους το σπίτι.

Το δικαίωμα του παιδιού να μεγαλώνει χωρίς φόβο

Η προστασία χρειάζεται να αποδεικνύεται μέσα από τις πράξεις μας. Μέσα από τον τρόπο που θέτουμε όρια, διαχειριζόμαστε τις συγκρούσεις και αντιμετωπίζουμε τις στιγμές που το παιδί δυσκολεύεται. Ένα παιδί μπορεί να χρειάζεται καθοδήγηση, σταθερότητα και ξεκάθαρα όρια. Δεν χρειάζεται όμως να φοβάται ότι θα πονέσει για να μάθει.

Το δικαίωμα ενός παιδιού να μεγαλώνει χωρίς βία δεν είναι ανταμοιβή για την καλή του συμπεριφορά. Είναι δικαίωμα που έχει κάθε παιδί, ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά του.

Αν υπάρχει υποψία κακοποίησης παιδιού στην Ελλάδα, μπορείτε να απευθυνθείτε στην Εθνική Γραμμή Παιδικής Προστασίας 1107 ή στη Γραμμή SOS 1056. Σε περίπτωση άμεσου κινδύνου, καλέστε το 112.

Facebook
Twitter
LinkedIn
Pinterest
Threads

Αφήστε μια απάντηση

Διαβάστε Επίσης

Σεμινάρια Για γονείς

Online Σεμινάρια

Περιμένω δίδυμα. Προετοιμασία & οργάνωση

€40
Προετοιμασία και πρακτικός οδηγός για νέους γονείς διδύμων
3
2149
Online Σεμινάρια

Online Σχολείο Για Γονείς

€150
Δεν είναι αυτονόητο ότι όταν γίνεσαι γονιός, ξέρεις πώς να λειτουργήσεις στη σχέση σου με τα...
6
3322

NEWSLETTER

Εγγραφείτε στο NewsLetter