Η διάκριση ανάμεσα στο αληθινό και το φανταστικό δεν είναι μια ικανότητα που εμφανίζεται ξαφνικά, αλλά αναπτύσσεται σταδιακά καθώς το παιδί μεγαλώνει και αλληλεπιδρά με το περιβάλλον του.
Η φαντασία αποτελεί βασικό στοιχείο της παιδικής ηλικίας και συμβάλλει ουσιαστικά στη γνωστική και συναισθηματική ανάπτυξη, ακόμη κι αν πολλές φορές δημιουργεί την εντύπωση ότι το παιδί δυσκολεύεται να ξεχωρίσει την πραγματικότητα.
Στα πρώτα χρόνια της ζωής, τα παιδιά χρησιμοποιούν έντονα το παιχνίδι προσποίησης. Μέσα από αυτό, αντικείμενα και καταστάσεις αποκτούν νέες σημασίες, ενώ το παιδί δοκιμάζει ρόλους και σενάρια. Σε αυτή τη φάση, η γραμμή ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό είναι ακόμη ασαφής, χωρίς όμως να σημαίνει ότι το παιδί δεν επεξεργάζεται πληροφορίες ή δεν αρχίζει να διαμορφώνει κριτήρια.
Καθώς μεγαλώνει, η σκέψη του παιδιού εξελίσσεται και γίνεται πιο σύνθετη. Αρχίζει να αναγνωρίζει ότι ορισμένα γεγονότα δεν είναι ρεαλιστικά, ιδιαίτερα όταν παραβιάζουν βασικούς κανόνες του κόσμου που γνωρίζει. Παράλληλα, αποκτά περισσότερες εμπειρίες και γνώσεις, τις οποίες χρησιμοποιεί για να συγκρίνει και να αξιολογεί νέες πληροφορίες.
Η λογική σκέψη ενισχύεται σημαντικά στη σχολική ηλικία. Το παιδί αρχίζει να βασίζεται περισσότερο στην πραγματικότητα και λιγότερο στη φαντασία για να ερμηνεύσει τον κόσμο γύρω του. Η φαντασία, ωστόσο, δεν εξαφανίζεται· μετατρέπεται σε εργαλείο δημιουργικότητας και ψυχαγωγίας, χωρίς να συγχέεται πλέον με το αληθινό.
Σημαντικό ρόλο στη διαδικασία αυτή παίζει και το περιβάλλον του παιδιού. Οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί λειτουργούν ως βασικές πηγές πληροφόρησης και καθοδήγησης. Μέσα από τη συζήτηση και την απάντηση στις απορίες, βοηθούν το παιδί να κατανοήσει καλύτερα τον κόσμο, χωρίς να περιορίζουν τη φαντασία του. Η ισορροπία ανάμεσα στην ελευθερία της φαντασίας και στην καθοδήγηση είναι αυτή που επιτρέπει στο παιδί να αναπτύξει κριτική σκέψη και να διαχωρίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια το αληθινό από το φανταστικό.








