Όταν το παιδί βήχει και ο παιδίατρος το εξετάζει, ακούει προσεκτικά τους πνεύμονές του και λέει: «Δεν ακούω κάτι ανησυχητικό.», για τον γονιό συχνά μεταφράζεται αυτόματα σε: «Άρα δεν είναι πνευμονία.». Μια νέα μεγάλη πολυκεντρική μελέτη, όμως, δείχνει γιατί η διάγνωση της πνευμονίας στα παιδιά είναι πιο σύνθετη.
Η έρευνα έδειξε ότι ακόμη και έμπειροι γιατροί μπορεί να μη συμφωνούν για το τι ακριβώς ακούν στους πνεύμονες του ίδιου παιδιού. Στη συγκεκριμένη ανάλυση συμμετείχαν 252 παιδιά και νέοι με διάγνωση πνευμονίας, που εξετάστηκαν σε επτά παιδιατρικά Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών στις ΗΠΑ. Κάθε παιδί εξετάστηκε από δύο διαφορετικούς κλινικούς γιατρούς μέσα σε διάστημα 60 λεπτών. Οι γιατροί κατέγραψαν ξεχωριστά τι άκουγαν και τι παρατηρούσαν κατά την εξέταση. Και τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά.

Οι γιατροί δεν άκουγαν πάντα το ίδιο πράγμα
Η συμφωνία ήταν περιορισμένη για αρκετούς από τους ήχους που παραδοσιακά συνδέουμε με την πνευμονία. Οι χαρακτηριστικοί λεπτοί ήχοι που μπορεί να ακούγονται στους πνεύμονες και οι μειωμένοι αναπνευστικοί ήχοι είχαν χαμηλή συμφωνία μεταξύ των εξεταστών. Αντίθετα, ο συριγμός στην αναπνοή παρουσίασε μεγαλύτερη συμφωνία, αλλά ούτε και αυτά έφτασαν το προκαθορισμένο επίπεδο που οι ερευνητές θεωρούσαν αποδεκτή αξιοπιστία.
Με απλά λόγια: δύο γιατροί μπορούν να ακούσουν τους ίδιους πνεύμονες και να περιγράψουν διαφορετικά αυτό που ακούν.
Αυτό λοιπόν που δείχνει η νέα μελέτη είναι ότι ένα μεμονωμένο ακροαστικό εύρημα δεν είναι αρκετά αξιόπιστο ώστε να χρησιμοποιείται μόνο του για να επιβεβαιώσει ή να αποκλείσει την πνευμονία. Η διάγνωση βασίζεται στη συνολική κλινική εικόνα. Ο γιατρός δεν ακούει μόνο τους πνεύμονες. Παρατηρεί την αναπνοή του παιδιού, τη γενική του κατάσταση και τα υπόλοιπα συμπτώματα και συνεκτιμά τα ευρήματα της εξέτασης.
Θα μπορούσε βέβαια κανείς να σκεφτεί ότι αν το στηθοσκόπιο δεν αρκεί, γιατί δεν κάνουμε απλώς ακτινογραφία σε κάθε παιδί που βήχει και έχει πυρετό. Όμως οι κατευθυντήριες οδηγίες δεν συστήνουν απεικόνιση ρουτίνας για κάθε παιδί με πιθανή πνευμονία που μπορεί να αντιμετωπιστεί ως εξωτερικός ασθενής. Γι’ αυτό και η κλινική εξέταση παραμένει τόσο σημαντική. Επίσης η εικόνα ενός παιδιού μπορεί να εξελιχθεί. Αν ένα παιδί εξετάστηκε σήμερα αλλά τις επόμενες ώρες ή ημέρες χειροτερεύει, η πρώτη εξέταση δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζεται επανεκτίμηση.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν ένα παιδί εμφανίζει δυσκολία στην αναπνοή, αναπνέει εμφανώς πιο γρήγορα ή με μεγαλύτερη προσπάθεια, παρουσιάζει εισολκές στο θώρακα, έχει μπλε/γκρι χρώμα στα χείλη ή στο πρόσωπο, είναι ασυνήθιστα νωθρό ή η γενική του κατάσταση επιδεινώνεται. Σε ένα βρέφος ή παιδί με εμφανή αναπνευστική δυσχέρεια χρειάζεται άμεση ιατρική αξιολόγηση. Για αυτό όταν η κατάσταση αλλάζει, έχει σημασία να επιστρέφουμε για επανεκτίμηση αντί να θεωρούμε ότι η χθεσινή εξέταση αποτελεί οριστική απάντηση.



